Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009

Ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος ὁ Ἱερομάρτυρας καὶ οἱ Ἁγίες Λουκρητία καὶ οἱ δυὸ ἀνώνυμες παρθένες Μάρτυρες ἐν Κορδούῃ Ἱσπανίας

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Εὐλόγιος γεννήθηκε στὴν πόλη Κορδούη τῆς Ἱσπανίας κατὰ τὸν 8ο αἰῶνα μ.Χ. ἀπὸ εὐσεβῆ καὶ ἀριστοκρατικὴ οἰκογένεια. Ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία ἀνατράφηκε μὲ τὰ νάματα τῆς χριστιανικῆς πίστεως.
Τὰ χρόνια ὅμως ἐκεῖνα ἦταν δύσκολα. Ἡ ἀραβικὴ κατοχὴ τῆς χώρας (711 μ.Χ.) εἶχε ἐπιφέρει πολλὰ δεινὰ στὴν Ἐκκλησία, ποὺ ἦταν διαιρεμένη σὲ τρεῖς ἐπαρχίες μὲ εἴκοσι ἐννέα Ἐπισκόπους καὶ προσπαθοῦσε νὰ ἀνταπεξέλθει στοὺς διωγμοὺς τῶν Μωαμεθανῶν κατακτητῶν ἀλλὰ καὶ στοὺς ἐκ τῶν ἔσω πειρασμούς, ὅπως οἱ αἱρέσεις. Πολλοὶ κληρικοὶ καὶ μοναχοί, ἐξ’ αἰτίας τῆς ἐπιδρομῆς τῶν ἀλλοφύλων ἐγκαταστάθηκαν στὴν Γαλλία μεταφέροντας μαζί τους τὸ βησιγοτθικὸ ἐκκλησιαστικὸ πνεῦμα καὶ τὸ μοζαραβικὸ τυπικό. Παρ’ ὅλα αὐτὰ στὴν Ἱσπανία, ἡ μοζαραβικὴ Ἐκκλησία διατήρησε τὴν παράδοση καὶ τὴν ὀργάνωσή της μέχρι τὴν ἐποχὴ τῆς «πλήρους ἐπανακτήσεως» (15ος αἰῶνας μ.Χ.), ὁπότε, δυστυχῶς, ἡ σχισματικὴ Ρώμη εἶχε πιὰ ἐπιβάλει παντοῦ στὰ ἐπανακτώμενα μέρη μαζὶ μὲ τὴ λατινικὴ παράδοση καὶ τὸ τυπικὸ καὶ τὴν αἱρετικὴ διδασκαλία της.
Καρπὸς τῶν διωγμῶν κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς ἀραβοκρατίας, ὑπῆρξε ἡ παρουσία πολλῶν Μαρτύρων. Ἡ Κορδούη, τόπος ἰσλαμικῆς λατρείας μὲ τὸ μεγάλο τέμενος τῶν χιλίων καὶ ἐνὸς κιόνων, πῆρε τὴν πρώτη θέση στὸ ἱσπανικὸ μαρτυρολόγιο τοῦ 9ου αἰῶνα μ.Χ.Ὁ Εὐλόγιος εἶχε μελετήσει σὲ βάθος τοὺς Πατέρες, τὴν Παράδοση καὶ τὴ Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ζωή του ἦταν ἀπολύτως σύμφωνη μὲ τὰ ὅσα μελετοῦσε καθημερινὰ καὶ δίδασκαν οἱ Θεῖες Γραφές. Ἡ ἄσκηση, ἡ προσευχὴ καὶ ἡ νηστεία, καθάριζαν τὴν ψυχή του, ποὺ ἔλαμπε ὡς φωτεινὸς λύχνος διαλύοντας τὰ σκοτάδια τῆς ἀπιστίας. Τὸ ἔτος 850 μ.Χ. ξέσπασε διωγμὸς κατὰ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἱσπανίας. Οἱ Μαυριτανοὶ ἀγρίεψαν. Ὁδηγημένοι ἀπὸ ἕναν ἀποστάτη Ἐπίσκοπο συνέλαβαν καὶ ἔκλεισαν στὴν φυλακὴ ὅλους τοὺς ἱερεῖς τῆς Κορδούης μαζὶ μὲ τὸν Ἐπίσκοπό τους. Μέσα στὴν φυλακὴ ὁ Εὐλόγιος ἔδινε θάρρος στοὺς ἀδελφοὺς νὰ ἀντέξουν μὲ ὑπομονὴ καὶ καρτερία τὴ δοκιμασία. Τὰ λόγια του ἐκεῖνα στήριξαν δυὸ μαθήτριες, πνευματικά του παιδιά, νὰ ὑποστοῦν μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία τὸ μαρτύριο, λίγο μετὰ τὴν ἔξοδό τους ἀὸ τὴ φυλακή, τὸ ἔτος 851 μ.Χ. οἱ δυὸ παρθένες πέρασαν στὸ Ὀρθόδοξο Μαρτυρολόγιο ἀνώνυμα, ὅμως τὰ ὀνόματά τους τὰ γνωρίζει ὁ Ἀγωνοθέτης καὶ Στεφανωτῆς τους Χριστός. Ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος συνέταξε τὸ Συναξάριό τους, γιὰ νὰ προτρέψει καὶ τοὺς ἄλλους διωκόμενους Χριστιανοὺς νὰ τὶς μιμηθοῦν. Τὰ γραπτὰ καὶ προφορικά του κηρύγματα κράτησαν πολλοὺς Χριστιανοὺς στὴν πατρῴα εὐσέβεια καὶ τοὺς διεφύλαξαν ἀπὸ τὴν ἀποστασία καὶ τὴν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ. Μάλιστα ὁ Ἅγιος συνέγραψε τρία βιβλία μὲ τὶς πράξεις καὶ τὸ τέλος τῶν Νεομαρτύρων τοῦ διωγμοῦ τῆς ἐποχῆς αὐτῆς.Ὅλα αὐτὰ συνετέλεσαν, ὥστε ὁ Εὐλόγιος νὰ θεωρηθεῖ ὡς ἡ πιὸ σημαντικὴ ἐκκλησιαστικὴ προσωπικότητα τοῦ καιροῦ του καὶ ἡ Ἐκκλησία νὰ τὸν ἐκλέξει στὸ ἐπισκοπικὸ ἀξίωμα τὸ ἔτος 858 μ.Χ. Ὁ νέος Ἐπίσκοπος Κορδούης, πρὶν ἀναλάβει τὰ καθήκοντά του, πρὶν γίνει ἡ ἐνθρόνισή του, συνελήφθη καὶ πάλι καὶ ὁδηγήθηκε στὴν φυλακή. Ἡ κατηγορία ἦταν ὅτι περιέθαλψε καὶ ἔκρυψε μία νεαρὴ Χριστιανή, τὴν Λεωκρητία, ποὺ οἱ ἴδιοι οἱ γονεῖς της ἤθελαν νὰ ἀσπαστεῖ τὴν θρησκεία τοῦ Μωάμεθ. Ὁ Εὐλόγιος κατηγορήθηκε ὄχι μόνο γιὰ ἀπαγωγή, ἀλλὰ καὶ γιὰ διαφθορὰ τῆς νεαρῆς Λεωκρητίας. Στὴν ἀπολογία του εἶπε πὼς κανεὶς ποιμένας δὲν ἀρνήθηκε τὴν συμπαράστασή του σὲ ὁποιοδήποτε μέλος τοῦ ποιμνίου του καὶ ἀκόμη κάτι πιὸ σημαντικό: τὸ καθῆκον τοῦ ἱερέως τοῦ Χριστοῦ εἶναι νὰ διδάξει στοὺς πιστοὺς πὼς ἂν ἔχουν νὰ διαλέξουν μεταξὺ Θεοῦ καὶ γονέων, νὰ διαλέγουν τὸν Θεό. Ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος δὲν σταμάτησε ἐκεῖ. Πρότεινε στὸν Μουσουλμάνο δικαστὴ νὰ συζητήσουν, γιὰ νὰ τοῦ ἀποδείξει τὴν ἀπάτη τῆς θρησκείας τοῦ Μωάμεθ.
Ὁ Ἅγιος, μετὰ ἀπὸ αὐτά, ὁδηγήθηκε στὸ συμβούλιο τῆς αὐλῆς τοῦ κατακτητοῦ βασιλέως καὶ ἐκεῖ συνέχισε πάλι, μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία καὶ παρρησία, τὴ χριστιανικὴ ἀπολογητική του. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ καταδικαστεῖ σὲ θάνατο διὰ ἀποκεφαλισμοῦ.
Στὸν δρόμο τοῦ μαρτυρίου ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος δέχθηκε, ὅπως καὶ ὁ Κύριός του στὸν δρόμο πρὸς τὸν Γολγοθά, ἕνα ράπισμα ἀπὸ ἕναν εὐνοῦχο τῆς συνοδείας τῶν δημίων του. Ἀμέσως ὁ Ἅγιος ἔστρεψε καὶ τὸ ἄλλο μάγουλο χωρὶς νὰ διαμαρτυρηθεῖ. Ὁ ἄπιστος κτύπησε καὶ πάλι γιὰ δεύτερη φορά.
Στὴν συνέχεια, σιωπηλὰ πάντοτε καὶ προσευχόμενος γιὰ τοὺς διῶκτες του καὶ τὸ λαό του, ἔσκυψε τὸ κεφάλι του κάτω ἀπὸ τὸ μαχαῖρι τοῦ δημίου. Πλῆθος Ἀγγέλων ὁδήγησε τὴν ψυχή του στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἦταν τὸ ἔτος 859 μ.Χ.
Ἡ Λεωκρητία ἀποκεφαλίσθηκε τὴν ἑπόμενη Τετάρτη, ὅπως διασῴζουν τὰ Συναξάρια καὶ πρόσθεσε ἕνα ἀκόμη στέφανο δόξας στὸ Μαρτυρολόγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἱσπανικῆς Ἐκκλησίας

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Νεοφανὴς ὁ ἐν Διϊπίῳ

Ὁ Ὅσιος Γεώργιος ἔζησε κατὰ τὸν 10ο αἰῶνα μ.Χ. Κατὰ τὸν Παρισινὸ Κώδικα ἤκμασε ἐπὶ Ἰωάννου Α’ τοῦ Τσιμισκῆ (969-976 μ.Χ.), κατὰ δὲ τὸν Κώδικα τῆς Βιέννης ἐπὶ Ρωμανοὺ καὶ Κωνσταντίνου τῶν Πορφυρογέννητων (956-963 μ.Χ.). Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται, ἐπίσης, στὸν Λαυρεωτικὸ Κώδικα.
Ὁ Ὅσιος Γεώργιος εἶχε γυναῖκα καὶ παιδιά, τὰ ὁποία ἐγκατέλειψε καὶ περιφερόταν ἀπὸ τόπο σὲ τόπο, ἀπὸ τὶς πόλεις στὴν ἔρημο, ταλαιπωρούμενος καὶ κακουχούμενος. Κατὰ τὶς τελευταῖες ἑπτὰ ἡμέρες τῆς ζωῆς του ᾖλθε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ κατέφυγε στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στὸ Διϊπίον, ὅπου καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Τότε ἐκεῖνοι ποὺ τὸν εὐτρέπισαν γιὰ τὴν ταφή, εἶδαν μὲ ἔκπληξη ὅτι στὸ σῶμα του εἶχε δεμένα βαρύτατα σίδερα, ἀπὸ τὰ ὁποία καταδαπανήθηκε ὅλο του τὸ σῶμα. Ἀφοῦ κατενόησαν ἀπὸ αὐτό, ὅτι πρόκειται περὶ ἀσκητοὺ ἀνδρός, κατασκεύασαν λίθινη λάρνακα καὶ τὸν ἐνταφίασαν στὸ νάρθηκα τοῦ ναοῦ. Μετὰ τὸν ἐνταφιασμὸ του ὁ Ὅσιος Γεώργιος ποίησε πολλὰ θαύματα σὲ ἐκείνους ποὺ προσέτρεχαν σὲ αὐτὸν μὲ πίστη καὶ εὐλάβεια

Ἡ Ὁσία Θεοδώρα ἡ βασίλισσα Ἄρτᾳς

Ἡ Ἁγία Θεοδώρα γεννήθηκε περὶ τὸ ἔτος 1210 πιθανότατα στὴν Θεσσαλονίκη καὶ ὑπῆρξε γόνος τῆς μεγάλης καὶ ἀρχοντικῆς βυζαντινῆς οἰκογένειας Πετραλείφα (νορμανδικῆς καταγωγῆς), ἡ ὁποία ἐγκατεστημένη ἀρχικὰ στὸ Διδυμότειχο προσέφερε πολλὲς καὶ σημαντικὲς ὑπηρεσίες στὴν αὐτοκρατορία καὶ τιμήθηκε μὲ ὑψηλὰ ἀξιώματα. Ὁ πατέρας της Ἰωάννης εἶχε τὸν τίτλο τοῦ σεβαστοκράτορος καὶ ἦταν διοικητὴς Θεσσαλίας καὶ Μακεδονίας.
Κοντὰ στοὺς εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετους γονεῖς της ἀνατράφηκε «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσία Κυρίου» ἀντλώντας ἀπὸ τὴν ζωὴ τοὺς τὸ πρῶτο φωτεινὸ παράδειγμα ἐνάρετης ζωῆς, παράδειγμα ποὺ θὰ χαραχθεῖ ἀνεξίτηλα καὶ στὴν δική τους ζωή.
Ὁ πατέρας της πέθανε γρήγορα ἀφήνοντας τὴ Θεοδώρα σὲ μικρὴ ἀκόμα ἡλικία, ὀρφανή. Τὴν προστασία τῆς οἰκογένειας ἀνέλαβε ὁ Δοῦκας τῆς Ἠπείρου Θεόδωρος (θεῖος της), ὁ ὁποῖος τὴν ἐποχὴ αὐτὴ εἶχε καταλάβει τὴν Θεσσαλονίκη καὶ ἐπέκτεινε τὸ κράτος του μέχρι τὴν Ἀδριανούπολη.
Ἡ Θεοδώρα ἔζησε καὶ μεγάλωσε στὰ Σέρβια τῆς Κοζάνης, μία σημαντικὴ πόλη μὲ στρατηγικὴ θέση τὴν ἐποχὴ αὐτή. Ἀνατρέφεται μαζὶ μὲ τὰ ἀδέλφια της ἀπὸ τὴν εὐσεβῆ μητέρα της Ἑλένη καὶ μαθαίνει καλὰ γιὰ τὸν σκοπὸ τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλος παρὰ ἡ ἁγιότητα καὶ ἡ «κατὰ Θεὸν ὁμοίωσις». Γνωρίζει καὶ πιστεύει ὅτι τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς σύντομης ζωῆς μας κρύβεται στὴν ἐπιτυχία τῆς αἰώνιας ζωῆς καὶ Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Διδάσκεται ἀπὸ τὴν ἀγαθὴ μητέρα της ὅτι τὰ ἀληθινὰ κοσμήματα ποὺ πρέπει νὰ στολίζουν τὴν γυναῖκα, εἶναι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ πραότητα, ἡ εὐσπλαχνία, ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ προσευχὴ καὶ ἡ ἀληθινὴ πίστη, ποὺ μὲ τὸν δικό της ἀγῶνα καὶ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ μποροῦν νὰ πραγματοποιηθοῦν καὶ νὰ φανερωθοῦν καὶ στὴ δική τους ζωή.
Ἡ πνευματικὴ καλλιέργεια καὶ ὡριμότητα τῆς νεαρῆς Θεοδώρας, καθὼς ἐπίσης καὶ τὸ κάλλος της ἐντυπωσιάζουν τὸν Μιχαὴλ Β’, ποὺ στὸν δρόμο του γιὰ τὴν Ἄρτα τὴν συναντᾷ στὰ Σέρβια, ἐνῷ βρισκόταν ὑπὸ τὴν προστασία τοῦ θείου της Θεοδώρου.
Τὴν ζητὰ ἀμέσως σὲ γάμο, ὁ ὁποῖος καὶ τελεῖται μὲ κάθε μεγαλοπρέπεια καὶ ἐπισημότητα στὰ Σέρβια τὸ ἔτος 1230. Μὲ λαμπρὴ καὶ μεγάλη συνοδεία, φτάνουν στὴν Ἄρτα, τὴν πρωτεύουσα τοῦ κράτους τῆς Ἠπείρου, στὴν ὁποία ὁ Μιχαὴλ Β’ ἀνακηρύσσεται μετὰ ἀπὸ λίγο Δεσπότης.Ὁ Μιχαήλ, ἰσχυρὴ προσωπικότητα, πνεῦμα ἀνήσυχο καὶ φιλόδοξο, ἀρχίζει νὰ φροντίζει γιὰ τὴν ἑδραίωση καὶ ἐξάπλωση τοῦ κράτους του. Ἡ νεαρὰ δούκισσα Θεοδώρα ἀναδεικνύεται πρώτη κυρία τοῦ Δεσποτάτου. Στὴν μεγάλη αὐτὴ καὶ ἔνδοξη θέση ποὺ ἀνέβηκε ἡ Θεοδώρα, δὲν παρασύρθηκε ἀπὸ τὴν δόξα καὶ τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀξιώματός της, οὔτε, παρὰ τὴ νεότητά της, τράπηκε σὲ ὑλιστικὲς ἀπολαύσεις καὶ τρυφηλὴ ζωή. Καὶ ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ βιογράφος της Ἰὼβ μοναχός, τώρα πιὸ πολὺ κατάλαβε ὅτι πρέπει νὰ φροντίζει νὰ ζεῖ μὲ πιὸ πολλὴ ἀρετὴ καὶ σωφροσύνη, μὲ ταπεινοφροσύνη καὶ ἀγάπη, μὲ ἀοργησία καὶ συμπάθεια, μὲ ἐλεημοσύνη καὶ πραότητα καὶ γενικά, ὁλόψυχα νὰ δίδεται καὶ νὰ ὑπηρετεῖ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους.Μὲ τὴν ζωὴ αὐτὴ ἡ Θεοδώρα ἀναδείχθηκε ἀληθινὰ κατὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου, λύχνος φωτεινὸς ἐπάνω στὴν λυχνία ποὺ φωτίζει καὶ καθοδηγεῖ καὶ τὴν ζωὴ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων στὸν Χριστό.Λίγες ἦταν οἱ εὐτυχισμένες στιγμὲς τοῦ ζευγαριοῦ. Ὁ μισόκαλος διάβολος φθονώντας τὴν εὐτυχία τους καὶ τὴν ἀρετὴ τῆς Θεοδώρας καὶ μὴν μπορώντας νὰ ὑποτάξει τὴν ἴδια, ρίχνει τὰ φαρμακερὰ βέλη του ἐναντίων της μὲ ἄλλον τρόπο: «θηλυμανίας τὸν ἄνδρα καταμαλάξας , πειρασμὸν τὴ μακαρία ἐγείρει δεινώτατον». Ὁ Μιχαὴλ παρασύρεται σὲ πορνεία καὶ ἀκολασία ἀπὸ μία Ἀρτινὴ ἀρχόντισσα, τὴν Γαγγρινή. Αὐτὴ μὲ τὴν βοήθεια τοῦ διαβόλου κατορθώνει νὰ σκλαβώσει ψυχικὰ τὸν Μιχαὴλ καὶ νὰ βάλει μῖσος ἄσπονδο στὴν καρδιά του, ἐναντίων τῆς καλῆς καὶ Ἁγίας συζύγου του. Μὲ τὴν ἐντολή του πρὸς ὅλους ἀπαγορεύει κάθε βοήθεια καὶ συμπαράσταση πρὸς τὴν Ἁγία καὶ ὁρίζει αὐστηρὰ νὰ μὴν κάνουν λόγο γι’ αὐτὴν στὰ ἀνάκτορα, οὔτε τὸ ὄνομά της κὰν νὰ προφέρουν στὰ χείλη τους.Σὲ αὐτὲς τὶς δύσκολες στιγμὲς τῆς ζωῆς της, φάνηκαν οἱ καρποὶ τῆς ἀληθινῆς πνευματικῆς καλλιέργειας τῆς Θεοδώρας. Ὅπως μέσα στὴν δόξα καὶ τὴν καλοπέραση τοῦ παλατιοῦ δὲν παρασύρθηκε καὶ δὲν ἀλλοιώθηκε, ἔτσι καὶ τώρα μέσα στὴν φουρτουνιασμένη συζυγικὴ ζωὴ ἡ Θεοδώρα δὲν κάμφθηκε καὶ δὲν λιποψύχησε, ἀλλὰ φάνηκε πιὸ πολὺ ὁ ἀδαμάντινος χαρακτῆρας της καὶ ἡ ἀκεραιότητα τῆς πίστεώς της.Στὴν αὐθαιρεσία τοῦ ἄνδρα της ἀντέταξε τὴν ὑπομονὴ καὶ τὸ ταπεινό της φρόνημα. Παρὰ τὶς συκοφαντίες καὶ τὸν διωγμό της ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα, λαμπρύνθηκε μὲ τὴν σιωπὴ καὶ τὴν ἑκούσια μόνωσή της.
Χωρὶς καμιὰ ἀνθρώπινη βοήθεια, ὁπλισμένη ὅμως μὲ τὴν ἀκαταίσχυντη ἐλπίδα στὸν Θεό, ἐγκαταλείπει – ἔγκυο ἤδη – τὰ ἀνάκτορα. Πέντε χρόνια μαζὶ μὲ τὸν πρωτότοκο υἱό της, τὸ Νικηφόρο, ποὺ γεννήθηκε στὴν ἐξορία, ταλαιπωρεῖται στὸ κρύο καὶ στὴν ζέστη, στὴν πεῖνα καὶ τὴ δίψα, στὴν ἐγκατάλειψη καὶ τὴν μοναξιά. Ἄγνωστη, πικραμένη καὶ κακοντυμένη περνοῦσε λόφους καὶ γκρεμοὺς ἀποφεύγοντας τὴν μανία τοῦ ἄνδρα της.
Στὴν μεγάλη αὐτὴ δοκιμασία βρίσκει λίγη παρηγοριὰ κοντὰ στὸν ἱερέα τῆς Πρένιστας. Μία μέρα ποὺ μάζευε λάχανα, γιὰ νὰ φάει αὐτὴ καὶ τὸ μικρό της παιδί, τὴν συναντᾷ ὁ ἱερέας καὶ μετὰ ἀπὸ ἐπίμονη προσπάθεια νὰ μάθει ποιὰ εἶναι, ἡ Θεοδώρα τοῦ φανερώνεται. Ἔτσι γιὰ λίγο διάστημα βρίσκει προστασία στὸ σπίτι τοῦ καλοῦ αὐτοῦ ἱερέως.Ἡ ἀλήθεια ὅμως καὶ ἡ ἀρετὴ ὅσο κι ἂν σπιλώνονται, ὅσο καὶ ἂν παραθεωροῦνται, δὲν ἀργοῦν νὰ φανοῦν. Οἱ εὐγενεῖς ἄρχοντες τῆς Ἄρτᾳς ἀγανακτισμένοι ἀπὸ τὴν ἔκλυτη ζωὴ τοῦ Δοῦκα Μιχαὴλ καὶ τὴν ἀλαζονεία τῆς πόρνης Γαγγρινῆς ἀντιδροῦν δυναμικά: διώχνουν τὴν Γαγγρινὴ ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα καὶ ἀπαιτοῦν ἀπὸ τὸν βασιλέα νὰ ἀλλάξει ζωή.
Ὁ Μιχαὴλ συγκλονίζεται, «ἔρχεται εἰς ἐαυτόν» καὶ ἀμέσως στέλνει ἔμπιστους ἀνθρώπους νὰ βροῦν καὶ νὰ φέρουν πίσω τὴν Θεοδώρα.
Πράγματι μὲ πολλὴ μετάνοια καὶ ἀγάπη, μὲ ἐπισημότητα καὶ λαμπρότητα ὑποδέχεται τὴ νόμιμη καὶ μόνη κυρία καὶ βασίλισσα στὰ ἀνάκτορα καὶ στὴ ζωή του.
Ὁ Μιχαήλ, σὲ ἀνάμνηση τοῦ γεγονότος αὐτοῦ καὶ σὲ ἔνδειξη τῆς μετάνοιάς του, ἀνεγείρει τὴν σεβάσμια καὶ περικαλλῆ μονὴ τῆς Κάτω Παναγιᾶς. Στὴ βόρεια καμάρα ἐξωτερικὰ ὑπάρχει χαραγμένη ἡ ἐπιγραφὴ τῆς μετάνοιάς του, τὴν ὁποίας τὸ πανομοιότυπο καὶ τὴ μεταγραφὴ ἔδωσε ὁ Ἀναστάσιος Ὀρλάνδος:

«Πύλας ἠμὶν ἄνοιξον, ὢ Θ(ε)οὗ μ(η)τέρ, τῆς μετανοίας, τοῦ φωτὸς οὖσα πύλη.
Δ(εσπότη) Μ(ιχαήλ) π(αράσχου) ἁμαρτημάτων».

Κατὰ τὴν παράδοση καὶ σὲ ἀνάμνηση τοῦ ἴδιου γεγονότος κτίζει, ἐπίσης, τὴ μονὴ Παντανάσσης, κοντὰ στὴν Φιλιππιάδα καὶ τὴ μονὴ τοῦ Σωτῆρος στὸ Γαλαξείδι, ὅπως ἀναφέρεται στὸ «Χρονικὸν τοῦ Γαλαξειδίου».
Μὲ τὴν ἴδια διάθεση ὁ Μιχαὴλ χαρίζει προνόμια καὶ ἀπαλλάσσει ἀπὸ φορολογία ναοὺς καὶ μονὲς τοῦ κράτους του καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς βασιλείας του. Ἔτσι π.χ. μὲ χρυσόβουλλο τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 1346 ἀπαλλάσσει «πάσης ἀγγαρείας καὶ παραγγαρείας» τοὺς 32 πρεσβυτέρους τῆς πόλεως τῆς Κερκύρας καὶ μὲ ἄλλο χρυσόβουλλο τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ ἴδιου ἔτους, δίνει προνόμια στοὺς 33 πρεσβυτέρους τῶν ἀγρῶν τῆς νήσου. Μὲ χρυσόβουλλο ἐπίσης, ἀποκαθιστᾷ τὴ νόμιμη δικαιοδοσία τοῦ Κωνσταντίνου Μαλιασηνοῦ τὸ μοναστῆρι τοῦ κύρ-Ἰλαρίωνος, ποὺ βρισκόταν στὴν χώρα τοῦ Ἁλμυροῦ κάτω ἀπὸ «τὸ Ρωμαιοβόρον φῦλον τῶν Λατίνων».
Ἀποστέλλει πλούσια δῶρα σὲ πολλὲς μονὲς καὶ ἐκτὸς τοῦ κράτους του, ὅπως π.χ. στὶς Ἁγιορείτικες μονὲς τοῦ Δοχειαρίου καὶ τοῦ Ἁγίου Παύλου. Ἡ πόλη καὶ τὸ κράτος λαμπρύνονται μὲ ἔργα πίστεως καὶ φιλανθρωπίας γιὰ χάρη τοῦ ἀγαπητοῦ λαοῦ τῆς Θεοδώρας. Ἄλλα τέσσερα παιδιὰ ἔρχονται στὴν ζωή: ὁ Ἰωάννης, ὁ Δημήτριος (Μιχαήλ), ἡ Ἑλένη καὶ ἡ Ἄννα.Δυναμωμένη ἀπὸ τὴ δοκιμασία καὶ ἐνισχυμένη ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ Θεοδώρα γίνεται ὁδηγὸς ψυχικῆς σωτηρίας τοῦ ἄνδρα της καὶ μετέχει ἐνεργὰ πλέον στὴν διακυβέρνηση τοῦ κράτους, βοηθώντας τον στὰ πολλὰ καὶ ποικίλα ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ κυρίως προβλήματα τοῦ Δεσποτάτου καὶ βάζοντας τὴν προσωπική της σφραγῖδα στὴν πολιτική του. Συμπαραστέκεται στὰ ἔργα εἰρήνης, ἀλλὰ καὶ ἀκολουθεῖ τὶς πολεμικὲς περιπέτειες καὶ ἀποτυχίες τοῦ συζύγου της. τὸ ἔτος 1234 ἐνισχύουν τὴν παιδεία τοῦ Δεσποτάτου μὲ τὴν ἵδρυση ἀνώτερης σχολῆς. Τὸ 1259-60, μὲ τὴν ἧττα τῶν στρατευμάτων τοῦ Μιχαὴλ Β’ στὴν μάχη τῆς Πελαγονίας, καταφεύγουν στὴν Βόνιτσα, Λευκάδα καὶ Κεφαλονιά, διωγμένοι ἀπὸ τὰ στρατεύματα τοῦ αὐτοκράτορα τῆς Νίκαιας, Μιχαὴλ Η’ Παλαιολόγου (1259-1282).
Πρῶτο μέλημα τῆς Ἁγίας ἦταν ἡ διαφύλαξη τῆς ἐδαφικῆς, κυρίως ὅμως τῆς πνευματικῆς ἀκεραιότητας καὶ ὑποστάσεως τοῦ κράτους. Ἔτσι μεγάλη της φροντίδα στάθηκε ἡ διαφύλαξη τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ποὺ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ἀπειλεῖτο ἀπὸ τὸν παπισμὸ καὶ τὴν λατινικὴ προπαγάνδα, ἡ ὁποία εἶχε ὡς στόχο τὴν «ἕνωση» τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἡ Ἁγία ἀντιτάχθηκε σ’ αὐτὴ τὴν προοπτική. Τὸ Δεσποτάτο, ποὺ ἀπὸ τὸ 1204 εἶχε δεχθεῖ ὡς πρόσφυγες σημαντικὲς προσωπικότητες ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ εἶχε κρατήσει αὐστηρὴ ὀρθόδοξη πολιτικὴ ἐπὶ Θεοδώρου Δοῦκα καὶ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἄρτης Ἰωάννου Ἀπόκαυκου, ἔγινε τελικὰ καταφύγιο ὅλων τῶν ζηλωτῶν Ὀρθοδόξων τῆς πρώην ἑνιαίας Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας.
Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν φιλενωτικὴ πολιτικὴ τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Νίκαιας – καὶ ἀργότερα τῆς ἐπανακτημένης Κωνσταντινουπόλεως – ἡ πολιτικὴ τοῦ Δεσποτάτου παρέμεινε καθαρὰ καὶ αὐστηρὰ Ὀρθόδοξη. Ὅταν δὲ τὸ ἔτος 1275 γίνεται Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ὁ ἑνωτικὸς Ἰωάννης ΙΑ’ Βέκκος (1275-1282), πολλοὶ ὀρθόδοξοι κληρικοὶ καὶ μοναχοὶ βρίσκουν προστασία στὸ Δεσποτάτο τῆς Ἠπείρου. Σὰν ἀντιστάθμισμα τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ ἔτους 1276 καὶ τῆς καταδίκης ὅλων τῶν ἀνθενωτικῶν, τὸ ἔτος 1277 γίνεται Σύνοδος στὶς Νέες Πάτρες (σημερινὴ Ὑπάτη), ὅπου καταδικάζονται καὶ ἀφορίζονται ὅλοι οἱ ἑνωτικοὶ καὶ ὁ Πατριάρχης Ἰωάννης Βέκκος.Γιὰ τὸν ἴδιο σκοπὸ – τὴν διαφύλαξη δηλαδὴ τῆς Ὀρθοδοξίας – ἡ Ἁγία προχωρεῖ μὲ ὀξυδέρκεια, πέρα βέβαια καὶ ἀπὸ τὶς ποικίλες πολιτικὲς σκοπιμότητες ποὺ ὑπεισέρχονται σὲ ἀνάλογες περιπτώσεις, στὸν γάμο τῶν δυὸ θυγατέρων της. Ἔτσι τὴν Ἄννα τὴν νυμφεύει μὲ τὸν πρίγκιπα τῆς Ἀχαΐας Γουλιέλμο Βιλλεαρδουΐνο (1258) καὶ τὴν Ἑλένη μὲ τὸν Μεμφρέδο, βασιλέα τῆς Σικελίας καὶ φανατικὸ ἐχθρὸ τοῦ Πάπα. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἡ Θεοδώρα προσπαθεῖ νὰ θέσει φραγμὸ στὰ σχέδια τῶν παπικῶν γιὰ ὑποταγὴ τῶν Ὀρθοδόξων, ἀλλὰ καὶ μὲ τοὺς συγγενικοὺς δεσμοὺς ποὺ ἔγιναν, νὰ ὑποχωρήσουν οἱ κατακτητικὲς διαθέσεις τῶν Δυτικῶν ἐναντίων τοῦ κράτους τῆς Ἠπείρου.Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀξίζει νὰ ἀναφέρουμε ὅτι ἡ Ἑλένη μετὰ τὸν θάνατο τοῦ συζύγου της, τὸ ἔτος 1266, δέχθηκε ὅλο τὸ μῖσος τοῦ Πάπα Κλήμεντος Δ’ (1265-1268). Φυλακίζεται αὐτὴ καὶ τὰ παιδιά της γιὰ ἀρκετὰ χρόνια στὸ ὑγροσκότεινο καὶ ἀπομονωμένο φρούριο τῆς Βουκερίας. Ἡ Ἑλένη παραμορφωμένη ἀπὸ τὶς κακουχίες – διατηρώντας ὅμως τὴν εὐγένεια καὶ τὴν ἁγιότητα τῆς Βυζαντινῆς ἀρχόντισσας, ἔτσι ὅπως ἀκριβῶς τὰ διδάχθηκε καὶ τὰ παρέλαβε ἀπὸ τὴν Ἁγία της μητέρα – βγαίνει ἀπὸ τὴν φυλακὴ καὶ πεθαίνει σὲ ἡλικία περίπου τριάντα ἐτῶν.Οἱ προσπάθειες ποὺ ἔγιναν γιὰ τὴν ἀπελευθέρωσή της ἀπὸ τοὺς γονεῖς της Μιχαὴλ Β’ καὶ Θεοδώρα, ἀπέτυχαν. Μία τελευταία προσπάθεια ποὺ ἐπιχειρήθηκε, νὰ δοθεῖ δηλαδὴ ὡς σύζυγος στὸν υἱὸ τοῦ Φερδινάνδου Γ’ τῆς Ἱσπανίας, τὸν Ἐρρίκο, βρῆκε τὴν Ἑλένη ἀντίθετη, καθὼς δὲν ἐπιθυμοῦσε οὔτε νὰ προδώσει τὴν μνήμη τοῦ συζύγου της παίρνοντας σύζυγο κάποιον ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους του, οὔτε μὲ τὴν συγκατάθεσή της σὲ τέτοιον γάμο νὰ ἐνισχύσει τὰ μεγαλεπήβολα σχέδια τοῦ ἀνίερου συνασπισμοῦ Πάπα καὶ Καρόλου τοῦ Ἀνδεγαυοῦ ἐναντίων τῶν Ἑλληνικῶν χωρῶν καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας.
Δεύτερος σημαντικὸς στόχος τῆς Ἁγίας ἦταν ἡ εἰρήνη μεταξὺ τῶν Ἑλληνικῶν κρατῶν τῆς ἐποχῆς (Φραγκοκρατία) καὶ ἡ συνεργασία τους – πέρα ἀπὸ τὶς ἀτομικὲς φιλοδοξίες τῶν ἡγεμόνων καὶ τὴν κοντόφθαλμη πολιτική τους – γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὴν ἀνασύσταση τῆς αὐτοκρατορίας τῶν Ρωμαίων. Τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ στάθηκε δύσκολο, ἂν λάβουμε ὑπ’ ‘ὄψιν, ὅτι τὰ δυὸ σημαντικὰ κράτη, τὸ Δεσποτάτο τῆς Ἠπείρου καὶ ἡ αὐτοκρατορία τῆς Νίκαιας, βρίσκονταν πάντοτε σὲ ἀντιζηλία, ἐχθρότητα, προστριβὲς καὶ πόλεμο μεταξύ τους.Ἔτσι, τὸ ἔτος 1249, ταξιδεύει στὴ Νίκαια μὲ τὸν υἱό της Νικηφόρο, τὸν ὁποῖο μνηστεύει μὲ τὴν Μαρία, ἐγγονὴ τοῦ αὐτοκράτορα τῆς Νίκαιας Ἰωάννου Γ’ Βατάτζη (1222-1254). Μετὰ ἀπὸ κάποιες περιπέτειες καὶ ὑπαναχωρήσεις ἡ Ἁγία Θεοδώρα ταξιδεύει πάλι μέχρι τὸν Ἔβρο καὶ τελικὰ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1256 γίνονται μὲ λαμπρότητα στὴ Θεσσαλονίκη οἱ γάμοι τοῦ Νικηφόρου καὶ τῆς Μαρίας ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἀρσένιο Αὐτωρειανὸ (1255-1260). Μία ἄλλη πληροφορία ἀναφέρει ὅτι ἡ Θεοδώρα μὲ τὸν υἱό της Νικηφόρο ἔρχονται στὸ Βολερό, «εἰς τὴν χώραν τοῦ Λετζᾶ», (νότια τῆς Ἀδριανουπόλεως), ὅπου συναντῶνται μὲ τὸν αὐτοκράτορα τῆς Νίκαιας Θεόδωρο Β’ Λάσκαρι (1254-1258) τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1256-7.Ἐκεῖ ἔμειναν τρεῖς μέρες καὶ ἀφοῦ ἑόρτασαν τὴν Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ – πιθανότατα στὸν περίλαμπρο ναὸ τῆς Παναγίας Κοσμοσώτειρας Φερρῶν (Ἔβρου) – ξεκίνησαν γιὰ τὴν Θεσσαλονίκη, ὅπου ἔγιναν οἱ γάμοι τοῦ Νικηφόρου καὶ τῆς Μαρίας ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἀρσένιο, ὁ ὁποῖος ᾖλθε γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἀπὸ τὴ Νίκαια.Μέσα ὅμως σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα καὶ μετὰ τὸν ἐρχομό τους στὴν Ἄρτα, ἡ Μαρία πέθανε.Μία νέα προσπάθεια εἰρήνης καὶ συμφιλιώσεως μὲ τὴν ἀνορθωμένη πλέον Βυζαντινὴ αὐτοκρατορία γίνεται καρποφόρα, ὅταν ὁ Νικηφόρος νυμφεύεται τὴν ἀνεψιὰ τοῦ αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Η’ Παλαιολόγου (1259-1282), Ἄννα. Ἡ Ἄννα Παλαιολογίνα εἶναι ἡ Τρίτη θυγατέρα τοῦ Ἰωάννου Καντακουζηνοῦ καὶ τῆς Εἰρήνης ἢ Εὐλογίας, τῆς ἀγαπημένης ἀδελφῆς τοῦ Μιχαὴλ Η’. Στὶς ἀρχὲς τοῦ ἔτους 1265 ὁ αὐτοκράτορας στέλνει τὴν ἀνεψιά του μὲ λαμπρὴ συνοδεία στὴν Ἄρτα, ὅπου τὸ ἴδιο ἔτος γίνονται καὶ οἱ γάμοι.
Πέρα ὅμως ἀπὸ αὐτό, πολλὲς ἦταν οἱ ἐνέργειες τῆς Ἁγίας γιὰ τὴν εἰρήνη τῆς περιοχῆς καὶ τὴν εἰρηνικὴ συνύπαρξη τῶν Ἑλληνικῶν κρατῶν. Ἀνάλωσε τὴν ζωή της στὴν προσπάθεια νὰ ξεπεραστοῦν τὰ ἐμπόδια γιὰ τὴν ἀνασύσταση τῆς αὐτοκρατορίας. Γι’ αὐτὸ δίκαια ὀνομάσθηκε ἡ Θεοδώρα «Εἰρηνοποιὸς Ἁγία».Μετὰ ἀπὸ σαράντα περίπου χρόνια ἔγγαμου βίου, ὁ Δεσπότης Μιχαὴλ Β’, «καλῶς καὶ θεοφιλῶς βιώσας», κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ.
Ἡ Θεοδώρα ἀμέσως ἔτρεξε στὸ μοναστῆρι. Δέκα περίπου χρόνια ζεῖ ὡς μοναχὴ στὸ μοναστῆρι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου (σημερινὴ μονὴ Ἁγίας Θεοδώρας). Ἡ ζωή της ἀσκητικὴ καὶ τὸ πολίτευμά της ἀγγελικό. Γιὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τοῦ βίου της γράφει ὁ βιογράφος της, ὅτι ζοῦσε σηκώνοντας τὸ βάρος τῶν πόνων καὶ τῆς ἀσκήσεως, αὐξάνοντας τοὺς καρποὺς τῶν ἀρετῶν της, παραμένοντας νύχτα καὶ ἡμέρα στὴν ἀδιάλειπτη νοερὰ προσευχὴ καὶ συνομιλία μὲ τὸν Θεὸ μὲ ψαλμοὺς καὶ ὕμνους, ἐξαγνίζοντας τὸ σῶμα της μὲ νηστεία καὶ ὑπηρετώντας μὲ προθυμία τὶς ἀδελφὲς μοναχές. Ἦταν ὁ προστάτης τῶν ἀδικουμένων καὶ τὸ στήριγμα τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, βοηθοῦσε τοὺς πτωχούς, παρηγοροῦσε τοὺς θλιβομένους. Φροντίζει γιὰ τὴν ἀνέγερση νέων ναῶν καὶ μοναστηριῶν καὶ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν ζωὴ τῶν μοναχῶν. Ἔχει μεγάλη εὐλάβεια στοὺς Ὁσίους ἀσκητὲς τῆς περιοχῆς πρὸς τοὺς ὁποίους τρέφει ἰδιαίτερη τιμή, ὅπως φανερώνεται στὸν βίο τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ Ἐρημίτου (τιμᾶται 15 Μαΐου). Ὁ Ὅσιος Ἀνδρέας ἀσκήτεψε τὴν ἐποχὴ αὐτὴ σὲ ἕνα σπήλαιο στὴν περιοχὴ τῶν σημερινῶν Χαλκιόπουλων. Ὅταν ὁ Ὅσιος κοιμήθηκε μὲ θαυμαστὸ τρόπο περὶ τὰ ἔτη 1281-2 μ.Χ., ἡ βασίλισσα μοναχὴ μὲ ὅλη τὴν Σύγκλητο πῆγε στὸ ἀσκητήριο τοῦ Ἁγίου, προσκύνησε τὸ ἁγιασμένο του λείψανο καὶ μὲ ἐντολή της κτίσθηκε στὸ σπήλαιο τοῦ Ἁγίου, λαμπρὸς ναΐσκος καὶ λάρνακα πρὸς τιμήν του.Ὁ ναὸς καὶ ὁ τάφος τοῦ Ἁγίου σῴζονται μέχρι σήμερα ἐντυπωσιάζοντας μὲ τὶς θαυμασίας τέχνης ἁγιογραφίες του (τέλη 13ου αἰῶνος μ.Χ.) καὶ τὶς λόγιες ἐπιγραφές του, προερχόμενες πιθανότατα ἀπὸ λόγιους ἀνθρώπους τοῦ κύκλου τῆς Ἁγίας Θεοδώρας καὶ τῶν ἀνακτόρων.Ἔφθασε ὅμως καὶ γιὰ τὴν Ἁγία Θεοδώρα τὸ τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς ἀπολαύσεως τῆς ἄνω ζωῆς. Στὴν Ὁσία ἀποκαλύπτεται ἡ ἡμέρα τοῦ θανάτου της, ὅπως συμβαίνει σὲ πολλοὺς Ἁγίους. Θερμὰ παρακαλεῖ τὴν Κυρία Θεοτόκο καὶ τὸν μεγαλομάρτυρα Ἅγιο Γεώργιο νὰ μεσιτεύουν πρὸς τὸν Κύριο νὰ τῆς δοθεῖ παράταση ζωῆς ἕξι μηνῶν «πρὸς τὴν τοῦ ναοῦ τελείαν ἀπάρτισιν». Ἔτσι κι ἔγινε.
Καὶ ὅταν ἔφθασε πλέον ἡ ὥρα νὰ παραδώσει τὴν Ἁγία της ψυχὴ στὸν Κύριο, συγκεντρώνει τὶς ἀδελφὲς μοναχές. Γιὰ τελευταία φορὰ τὶς συμβουλεύει μὲ ἀγάπη καὶ τὶς καθοδηγεῖ πῶς νὰ ζοῦν καὶ νὰ ἀγωνίζονται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, αὐτὴ ποὺ ἦταν τὸ ζωντανὸ παράδειγμα μιᾶς ἄλλης βιοτῆς. Προσεύχεται γιὰ τὴν σωτηρία τους καὶ δίνοντας τὶς τελευταῖες ἐντολές της «χαίρουσα, τὸ πνεῦμα εἰς χεῖρας Θεοῦ παρέθετο» σὲ ἡλικία περίπου 70 ἐτῶν. Δὲν γνωρίζουμε δυστυχῶς τὸν χρόνο τοῦ θανάτου τῆς Ἁγίας, τοποθετεῖται ὅμως στὸ χρονικὸ διάστημα ἀπὸ τὸ 1281-1285 μ.Χ.
Τὸ ἅγιο καὶ χαριτόβρυτο σῶμα της ἐνταφιάσθηκε στὸ νάρθηκα τοῦ καθολικοῦ της μονῆς της, ὅπου μέχρι σήμερα βρίσκεται σὲ εὐλογία ὅλων τῶν πιστῶν ὁ σεπτός της τάφος

Οἱ Ἅγιοι Θαλλὸς καὶ Τρόφιμος οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Τρόφιμος καὶ Θαλλὸς κατάγονταν ἀπὸ τὴν Στρατονίκη. Συνελήφθησαν, ἐπειδὴ ἦταν Χριστιανοί, κατὰ τὸν ἐκραγέντα διωγμὸ ἐπὶ αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοὺ (284-305 μ.Χ.) καὶ Μαξιμιανοὺ (285-305 μ.Χ.) καὶ ἄρχοντος τῆς Λαοδικείας τῆς Φρυγίας, Ἀσκληπιοῦ. Τοὺς κρέμασαν γυμνοὺς ἐπάνω σὲ ξύλο καὶ τοὺς ξέσκισαν τὶς σάρκες. Ἐπειδὴ δέ, διᾳκωμώδησαν τὰ εἴδωλα, ὁ ἡγεμόνας Ἀσκληπιὸς διέταξε νὰ κρεμαστοῦν ἐπὶ σταυροῦ, ἐπάνω στὸν ὁποῖο οἱ Μάρτυρες παρέδωσαν τὸ πνεῦμα. Ἦταν τὸ ἔτος 298 μ.Χ.
Οἱ Χριστιανοὶ περισυνέλεξαν τὰ Ἅγια Λείψανα καὶ τὰ κατέθεσαν στὸ ναό. Ἐκεῖ προσῆλθε ἡ σύζυγος τοῦ Ἀσκληπιοῦ καὶ ράντισε μὲ μύρα τὴ θήκη τῶν Μαρτύρων, ἀπλώνοντας πάνω σὲ αὐτὴ ὕφασμα πολύτιμο. Ἀργότερα δυὸ εὐσεβεῖς συμπολῖτες τῶν Ἁγίων, ὁ Ζώσιμος καὶ ὁ Ἀρτέμιος, μετεκόμισαν τὰ ἱερὰ λείψανα στὴ γενέτειρα τῶν Ἁγίων καὶ κατέθεσαν αὐτὰ ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, στὰ Λατομεῖα.

Οἱ Ἅγιοι Πιόνιος ὁ Πρεσβύτερος καὶ Σαβίνα οἱ Μάρτυρες

Ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Πιόνιος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Δεκίου (249-251 μ.Χ.) καὶ ἦταν πρεσβύτερος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σμύρνης. Ἔλεγχε τοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς Ἐθνικοὺς καὶ τοὺς ἔπειθε ἀπὸ τὶς θεῖες Γραφὲς ὅτι ἕνας μόνο εἶναι ὁ Θεὸς ὁ ἀληθινός, ὁ Δημιουργὸς τῶν πάντων καὶ ὁ μονογενής Του Υἱὸς Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον καὶ κήρυττε ὅτι ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ οἱ ἄπιστοι θὰ τιμωρηθοῦν καὶ θὰ παραδοθοῦν στὸ πῦρ τὸ αἰώνιο. Ἔτσι συνελήφθη ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες μαζὶ μὲ ἄλλους Χριστιανούς. Καὶ πρῶτα παραδόθηκε ἁλυσοδεμένος στὸν Πολέμωνα, τὸν ἱερέα τῶν εἰδώλων καὶ στὸν ἄρχοντα τῆς πόλεως Ἐλπίδιο. Ἔπειτα ὁδηγήθηκε στὸν ἡγεμόνα τῆς χώρας, ἀνθύπατο Κοντυλιανό, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν βασανίσουν. Τὸν κτύπησαν ἀνηλεῶς μέχρι θανάτου καὶ ἀφοῦ τὸν κρέμασαν σὲ ξύλο, κατέκαψαν τὰ πλευρά του μὲ ἀναμμένες δᾴδες φωτιᾶς. Στὴν συνέχεια τὸν ἔριξαν μέσα σὲ καμίνι καὶ ὁ Ἅγιος προσευχόμενος μέσα σὲ αὐτό, τελείωσε μαρτυρικὰ τὸν βίο του.
Ἡ Σύναξή του ἐτελεῖτο στὸ Λιθόστρωτο, ὅπου ὑπῆρχε ναὸς ἀφιερωμένος στὸν Ἅγιο.
Ἡ μνήμη τῆς Ἁγίας Σαβίνας εἶναι ἄγνωστη στοὺς Συναξαριστές. Ἡ κοινὴ μνήμη τῶν Ἁγίων ἀναφέρεται στὸν Βατοπαιδινὸ Κώδικα. Φαίνεται ὅτι ἡ Ἁγία Μάρτυς Σαβίνα συνεμαρτύρησε μετὰ τοῦ Ἁγίου Πιονῖου. Στοὺς δυὸ αὐτοὺς Μάρτυρες τῆς πίστεως συνέθεσε Κανόνα ὁ ὑμνογράφος Θεοφάνης

Ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος ὁ βασιλεὺς



Ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος γεννήθηκε τὸ ἔτος 570 μ.Χ. καὶ ἦταν υἱὸς τοῦ βασιλέως τοῦ Στρὰθ Κλάιντ καὶ τῆς βασιλίσσης Λανγκουορέφης. Καθοδηγήθηκε στὸν Χριστιανισμὸ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Κολούμπα καὶ ἀγωνίσθηκε ὑπὲρ τῆς Ὀρθόδοξης πίστης στὴν Ἀγγλία καὶ στὴν Ἰρλανδία. Ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη περὶ τὸ ἔτος 640 μ.Χ.




Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος ὁ Διδάσκαλος Ἐπίσκοπος Βράτσης τῆς Βουλγαρίας




Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος γεννήθηκε τὸ ἔτος 1739. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1813.
Ἡ Συνοδικὴ πράξη τῆς ἁγιοποιήσεώς του ἔγινε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Βουλγαρίας στὶς 31 Δεκεμβρίου 1964





Ὁ Ὅσιος Σωφρόνιος ὁ Ἔγκλειστος




Ὁ Ὅσιος Σωφρόνιος ἔζησε στὴν Ρωσία κατὰ τὸν 13ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἀσκήτεψε στὴ Λαύρα τοῦ Ἁγίου Θεοδοσίου τοῦ Κιέβου. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.






Ἀνακομιδὴ τῶν Ἱερῶν Λειψάνων τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἐπιμάχου εἰς Κωνσταντινούπολη




Τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἐπιμάχου μετεκομίσθησαν στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια (τιμᾶται 31 Ὀκτωβρίου).



Μνήμη τῶν Σύρων Ἁγίων Μαρτύρων



Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες μαρτύρησαν κατὰ τὸν 4ο αἰῶνα μ.Χ. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸ Μαρτύριο τῶν Ἁγίων.



Οἱ Ἅγιοι Ἡρακλῆς καὶ Ζωσιμᾶς οἱ Μάρτυρες




Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἡρακλῆς καὶ Ζωσιμᾶς μαρτύρησαν στὴν Καρθαγένη. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο καὶ τὸ Μαρτύριο τῶν Ἁγίων

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος, κατὰ κόσμο Βλαδίμηρος Ἰβάνοβιτς Σεπέλεφ, γεννήθηκε στὶς 14 Ἀπριλίου 1840 στὸ Κίεβο ἀπὸ μία εὐγενῆ οἰκογένεια. Ἦταν ἐκ γενετῆς μουγκός, θεραπεύθηκε ὅμως κατὰ θαυματουργικὸ τρόπο σὲ ἡλικία 12 ἐτῶν ἀπὸ τὸν Ἅγιο Φιλάρετο, Ἐπίσκοπο Κιέβου (τιμᾶται 19 Νοεμβρίου). Ἀπὸ βρέφος ἔλαβε ἐκκλησιαστικὴ ἀγωγὴ καὶ ἡ μητέρα του τὸν δίδαξε τὴν ἐλεημοσύνη καὶ τὴ γενναιοδωρία πρὸς τοὺς πτωχούς, τοὺς φυλακισμένους καὶ τοὺς ἀσθενεῖς.Μὲ συμβουλὴ τοῦ Ἁγίου Φιλαρέτου, ὁ Βλαδίμηρος ἐστάλη ἀπὸ τὴν μητέρα του στὴ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου καὶ ἀπὸ τὸ 1853 ἔζησε ἐκεῖ ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου. Ἐπίσης, ρόλο σημαντικὸ στὴν διαμόρφωση τῆς προσωπικότητάς του ἔπαιξε καὶ ὁ Παρθένιος τοῦ Κιέβου. Τὸ ἔτος 1857, πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου Φιλαρέτου, ὁ Βλαδίμηρος ἔγινε ἐπίσημα δεκτὸς ὡς δόκιμος στὴ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου. Τὸ ἔτος 1872 ἔλαβε τὸ μικρὸ σχῆμα μὲ τὸ ὄνομα Ἀλέξιος καὶ τὸν ἴδιο χρόνο χειροτονήθηκε διάκονος. Τὸ ἔτος 1875 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ ἀνέλαβε τὸ διακόνημα τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Ἐξομολογήσεως στοὺς διάφορους ναοὺς τῆς Λαύρας.
Εἶχε τὴν φήμη τοῦ Προφήτου, ἀλλὰ ἡ δραστηριότητα τοῦ Ὁσίου ἀμαυρώθηκε ἀπὸ τὶς συκοφαντίες διαφόρων, οἱ ὁποῖοι τὸν κατηγόρησαν γιὰ κλέφτη, χωρὶς νὰ χάσουν τὴν εὐκαιρία νὰ τοῦ ἀποδώσουν σκανδαλώδεις λοιδορίες καὶ νὰ τὸν κυνηγήσουν ἀκόμα καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας.
Γιὰ νὰ παύσουν ὅλα αὐτά, τὸ ἔτος 1891, ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος ἔφυγε καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴν ἔρημο τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, στὴν ἴδια Λαύρα καὶ τὸ ἔτος 1895 στὴν ἔρημο τοῦ Γκολοσέεβο, ὅπου προσέτρεχαν σὲ αὐτόν, γιὰ νὰ ἐξομολογηθοῦν καὶ νὰ ζητήσουν πνευματικὲς συμβουλές, πιστοὶ ἀπὸ ὅλη τὴν Οὐκρανία, τὴν Ἁγία Πετρούπολη, τὴν Μόσχα, τὰ Οὐράλια, τὸν Καύκασο καὶ τὴν Σιβηρία. Ἀκόμα καὶ Ἐπίσκοποι, συγκεκριμένα οἱ Μητροπολῖτες τοῦ Κιέβου, εἶχαν Πνευματικὸ τὸν Ἅγιο.
Στὸ λειτούργημα τῆς πνευματικῆς καθοδηγήσεως ὁ Ὅσιος ἄφηνε πάντοτε τὰ ἴχνη τῆς μεγάλης ἀγάπης του πρὸς τοὺς μετανοοῦντες. Προκειμένου νὰ ἀπαιτήσει ἀπὸ τὰ πνευματικά του τέκνα ὑπακοή, ἐνεργοῦσε μὲ ὅπλο τὴν προσευχή. Εἶχε τὴν φήμη τοῦ φλογεροῦ ἱεροκήρυκα καὶ εἶχε ἐπιδοθεῖ σὲ ἀναρίθμητα ἔργα φιλανθρωπίας.
Ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1917 καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴν ἔρημο Γκολοσέεβο. Ἡ τιμὴ πρὸς τὸν Ἅγιο ἐκφράστηκε ἀμέσως μετὰ τὴν κοίμησή του καὶ ὁ τάφος του παρέμεινε πόθος προσκυνήματος ἀκόμα καὶ στὰ πιὸ σκληρὰ χρόνια τῶν διωγμῶν

Ὁ Ἅγιος Παῦλος τσάρος τῆς Ρωσίας

Ὁ Ἅγιος Παῦλος (Πέτροβιτς), αὐτοκράτορας τῆς Ρωσίας, γεννήθηκε τὸ ἔτος 1754. Ἦταν υἱὸς τοῦ δολοφονηθέντος τσάρου Πέτρου Γ’ καὶ τῆς Αἰκατερίνης Β’, ἀλλὰ διατελοῦσε πάντοτε ὑπὸ τὴν δυσμένεια τοῦ αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ἀναγνώρισε αὐτὸν ὡς υἱό του. Τὸ ἔτος 1773 νυμφεύθηκε τὴν πριγκίπισσα τῆς Ἔσσης – Δαρμστάτης καὶ μετὰ τὸν θάνατό της, τὸ 1776, τὴν πριγκίπισσα Δωροθέα τῆς Βυρτεμβέργης.Ὅταν στὶς 19 Νοεμβρίου 1796 διαδέχθηκε τὴν μητέρα του, ἄρχισε τὴν βασιλεία του διὰ τῆς ἀκυρώσεως τοῦ περὶ διαδοχῆς οὐκαζίου τοῦ Μεγάλου Πέτρου καὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς κληρονομικῆς ἀρχῆς κατὰ τάξιν πρεσβειῶν ἀπὸ ἄρρενος πρὸς ἄρρενα. Ἐπιχείρησε, ἐπίσης, τὴ μεταρρύθμιση τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, τὰ ὁποία εἶχαν διαταράξει οἱ διαρκεῖς πόλεμοι καὶ ἡ σπατάλη τῆς αὐλῆς. Οἱ διαταγὲς καὶ ἀποφάσεις του εἶχαν δυσαρεστήσει τὴν αὐλή του, ἡ δὲ Ρωσικὴ ἀριστοκρατία ἀποδοκίμαζε τὴν πολιτεία αὐτοῦ. Ὁ στρατιωτικὸς διοικητὴς τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως κόμης Πάχλεν ἔγινε ἡ ψυχὴ τῆς συνωμοσίας. Τὴ νύχτα τῆς 23ης πρὸς τὴν 24η Μαρτίου 1801 εἰσῆλθαν στὸν κοιτῶνα τοῦ τσάρου ἀξιωματικοὶ τῆς φρουρᾶς, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τὴν ἀπειλὴ ξίφους ἀπαίτησαν ἀπὸ τὸν Παῦλο νὰ ὑπογράψει πράξη παραιτήσεως. Ὁ αὐτοκράτορας ἀρνήθηκε καὶ στραγγαλίσθηκε.

Ὁ Ἅγιος Εὐθύμιος ὁ Θαυματουργὸς Ἀρχιεπίσκοπος Νόβγκοροντ

Ὁ Ἅγιος Εὐθύμιος, κατὰ κόσμο Ἰωάννης, ἦταν υἱὸς ἐνὸς ἱερέα τοῦ Νόβγκοροντ, τοῦ Θεοδώρου καὶ τῆς Ἄννας. Καθὼς εἶχε συλληφθεῖ μετὰ ἀπὸ χρόνια στειρότητας, οἱ γονεῖς του τὸν ἀφιέρωσαν στὸν Θεὸ πρωτοῦ γεννηθεῖ. Ὁ νεαρὸς Ἰωάννης μεγάλωσε μὲ εὐσέβεια, ἀφιερωμένος στὴν μελέτη καὶ σὲ ἡλικία δέκα πέντε ἐτῶν εἰσήχθη στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὸ Βγιαζίσκι, κοντὰ στὸ Νόβγκοροντ, ὅπου ἔλαβε τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ ὀνομάσθηκε Εὐθύμιος.
Ἔπειτα ἀσκήτεψε ὁρισμένο χρονικὸ διάστημα στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Βαρλαὰμ τοῦ Τσυτύν. Νωρίς, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τοῦ Νόβγκοροντ Συμεών, θαυμάζοντας τὰ πνευματικὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου, τὸν διορίζει γενικὸ οἰκονόμο καὶ τὸ ἔτος 1429 ἐπιλέγεται ὡς Ἀρχιεπίσκοπος τῆς πόλεως. Συνέχισε, παρ’ ὅλα αὐτά, νὰ ζεῖ αὐστηρὴ μοναστικὴ ζωὴ προσευχῆς καὶ μετάνοιας, παρέχοντας μὲ ἀγάπη καὶ συμπάθεια βοήθεια στοὺς ἄπορους καὶ ἐπιδεικνύοντας καλλιτεχνικὴ εὐαισθησία μὲ τὴν ἀνέγερση καὶ ἁγιογράφηση ναῶν, τὴν ἀντιγραφὴ ἱερῶν κωδίκων καὶ βιβλίων.Λίγο καιρὸ προτοῦ πεθάνει ἔγραψε μία ἐπιστολὴ στὸν Μητροπολίτη Μόσχας Ἰωνά, ἐπικαλούμενος τὴ συγχώρηση γιὰ τὴ «μεγάλη ἀνυπόφορη ἀδυναμία» του στὸν κόσμο καὶ ἀποσύρθηκε στὴ μονὴ Βγιαζίσκι, ὅπου κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1458.
Ἡ ἁγιοποίησή του ἔγινε τὸ ἔτος 1547. Τὸ εἰκονογραφικὸ ἐγχειρίδιο τὸν ἀπεικονίζει «γκριζομάλλη, μὲ γενειάδα σὰν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ἀλλὰ πιὸ ἀραιή, μὲ τὸν σκοῦφο καὶ τὴν ἐπισκοπικὴ ἐνδυμασία, τὸ ὠμοφόριο καὶ τὸ Εὐαγγέλιο».

Τρίτη 10 Μαρτίου 2009

Μονή Μαλεβής

Μονή ΜαλεβήςΣε απόσταση 44 χλμ. από την Τρίπολη και 5 χλμ. από τον Άγιο Πέτρο, στο δρόμο προς Άστρος βρίσκεται η γυναικεία Μονή της Παναγίας Μαλεβής. Είναι η πιο φημισμένη μονή της Κυνουρίας και προσελκύει μεγάλο αριθμό προσκηνητών. Χτισμένη στις πλαγιές του Πάρνωνα και σε υψόμετρο 950 μ. περιβάλλεται από δάσος της σπάνιας και προστατευμένης ποικιλίας του δενδρόκεδρου. Η πρώτη μονή χτίστηκε το 14ο αιώνα. Η πρώτη αναφορά στη Μονή είναι το 1320 σε χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Παλαιολόγου. Η Μονή τότε βρισκόταν στη θέση Πουρνάρια λίγο πιο πάνω από τη θέση της σημερινής Μονής. Η μονή στη σημερινή της θέση χτίστηκε το 1616 και είχε σημαντική προσφορά στον αγώνα του 1821. Πέντε χιλ. από τον Άγιο Πέτρο, στο δρόμο που οδηγεί στο Άστρος, είναι το μοναστήρι της Παναγίας της Μαλεβής. Γύρω στα 1600, στην προηγούμενη θέση της μονής (Πουρνάρια), είχε μονάσει ο Όσιος Νείλος, κατά κόσμον Νικόλαος Τερζάκης μαζί με το θείο του Μακάριο πριν φύγουν για το Άγιον Όρος.
Προεπαναστατικά το μοναστήρι αποτέλεσε καταφύγιο των κλεφταρματολών. Ανάμεσά τους ήταν και ο καπετάνιος Ζαχαριάς ο Βαρβιτσιώτης. Το καθολικό της Μονής είναι μικρός μονόκλιτος σταυρεπίστεγος ναός μέ τρούλο και περιέχει την εικόνα της Παναγίας, η οποία θεωρείται ότι είναι έργο του 1360. Η εικόνα θεωρείται θαυματουργή και πλήθη προσκυνητών συρέουν κάθε χρόνο για να την προσκυνήσουν. Στον περίβολο της μονής έχει κτιστεί νέος επιβλητικός ναός αφιερωμένος στην Παναγία. Δίπλα από τη μονή βρίσκεται η όμορφη μικρή εκκλησία του Οσίου Νείλου. Το συγκρότημα της μονής περιλαμβάνει επίσης μεγάλη νεόδμητη πτέρυγα με ξενώνες και άλλους βοηθητικούς χώρους.

Μονή Ελώνης

Μονή ΕλώνηςΈνας θεόρατος απόκρημνος βράχος του επιβλητικού Πάρνωνα, κοκκινωπός, εντελώς απρόσιτος, σε σχήμα σιαγόνων... με το Μοναστήρι της Έλωνας στο σημείο των οδοντοστοιχιών... ναι, αυτό είναι το όλο σκηνικό εμπρός στο οποίο θα μείνει έκθαμβος, ο επισκέπτης - προσκυνητής, πώς δηλ. κατόρθωσαν, όχι μόνο να φθάσουν άνθρωποι εκεί, αλλά και να κτίσουν και να ζήσουν για χρόνια μακριά -πολύ μακριά- από το σήμερα! Λέγεται, λοιπόν, από μαρτυρίες του 1873 και 1901 -"Προσκυνητάριον Ι.Μ. Έλωνας" και "Ιστορία Ι.Μ. Έλωνας", αντίστοιχα- ότι, οι τότε κάτοικοι του Κοσμά, αντίκρυσαν ολοφώτιστη την Εικόνα στο βράχο... Οι δύο ανώνυμοι Μοναχοί σκαρφάλωσαν και... ιδού το σημερινό θαύμα!Πρόκειται, για "Θεόσταλτη" εικόνα, που απεικονίζει τη Βρεφοκρατούσσα Παναγία! Μέχρι το Μοναστήρι, είτε από το Λεωνίδιο είτε από τον Κοσμά πορευθεί κανείς, θα κάνει την ίδια ώρα -κάπου 17 χλμ. Ο επισκέπτης, χωρίς να κινδυνεύει πλέον, θα βρεθεί στο "κρεμαστό μπαλκόνι", που είναι ένας εξώστης ανάμεσα σ' ουρανό και γη! Το "Έλωνα" πρόκειται για τοποθεσία και τίποτα άλλο. Η ίδρυσή της ανάγεται περί το 1300 μ.Χ.! Γιορτάζει το 15αύγουστο, στις 23 Αυγ. (Απόδοση Κοίμησης Θεοτόκου) και 21 Νοέμβρη (Εισόδια της Θεοτόκου). Είναι ένα Μοναστήρι πολύ επισκέψιμο και παγκοίνως γνωστό... Παρατηρείται κοσμοσυρροή σε κάθε πανηγυρισμό του, αλλά και σε άλλες μέρες, τόσο από την Αρκαδία και τη Λακωνία όσο και από Αθήνα, Ύδρα, Σπέτσες... Ιστορικά, το Μοναστήρι, πρόσφερε στον Αγώνα, και χρήματα (1500 γρόσια), και συγκεντρώνοντας πολεμοφόδια αλλά και κρύβοντας τους Έλληνες αγωνιστές! Όσο για τον ηγούμενο, Νεόφυτο, πολεμώντας τους Τούρκους φονεύθηκε στο Aργος! Το 1972 μετατράπηκε, από Αντρική, σε Γυναικεία Μονή και ανήκει στην Ι.Μ. Μαντινείας και Κυνουρίας..

Μονή Αγ. Νικολάου Καρυάς

Σε διακλάδωση του επαρχιακού δρόμου Αγίου Ανδρέα - Μονής Αρτοκωστάς - Πραστού βρίσκεται η ανδρική Μονή του Αγίου Νικολάου Καρυάς σε υψόμετρο 600μ. Η αρχιτεκτονική του μοναστηριού παραπέμπει στο Άγιο Ορος. Σύμφωνα μάλιστα με την παράδοση χτίστηκε το 1580 μ.Χ. από μοναχούς των Καρυών του Αγίου Όρους οι οποίοι κατέφυγαν εκεί για να σωθούν από τους πειρατές. Υπάρχει όμως και άλλη εκδοχή, σύμφωνα με την οποία η ίδρυση της μονής έγινε το 1620 ή 1621, όπως αναφέρει τουρκικό έγγραφο του 1621. Η στέγη του μοναστηριού είναι σκεπασμένη με σχιστόλιθους του όρους Μαλεβού. Το καθολικό περιβάλλεται από χαγιάτια. Είναι αγιορείτικου τύπου σε μορφή εγγεγραμμένου σταυροειδούς με τρούλο. Ο τρούλος, δυσανάλογα μεγάλος προς το κύριο οικοδόμημα του του ναού, είναι δωδεκάπλευρος και στεγάζεται σε σχιστολιθικές πλάκες. Περίτεχνο είναι το ξυλόγλυπτο τέμπλο (από καρυδιά), λαξευμένες φυτικές διακοσμήσεις και θαυμάσιες ένθετες εικόνες βυζαντινής τεχνοτροπίας. Οι εικόνες χαρακτηρίζονται από απαλές αρμονίες θερμών και ψυχρών χρωμάτων, αυστηρές γεωμετροποιημένες μορφές με σκούρα γαιώδη πρόσωπα που δένουν αρμονικά με το σκούρο τέμπλο, και τη χρήση μπλε χρώματος κοβαλτίου για το "γέμισμα" του βάθους το οποίο κα δημιουργεί αντίθεση με τα χρυσά φωτοστέφανα και "τελειώματα" των υφασμάτων. Η εικόνα του Αγίου Νικολάου χρονολογείται στα 600 μ.Χ. και είναι παραμορφωμένη από το χρόνο. Ας σημειωθεί ότι ο φωτισμός του καθολικού γίνεται ακόμα μόνο από κεριά. Αξιόλογο είναι και το δάπεδο του ναού που αποτελείται από πολυγωνικές πλάκες με ανάγλυφες παραστάσεις λαϊκής τεχνοτροπίας (λιοντάρι, ταύρος, δικέφαλος αετός και φτερωτός δαίμονας) μέσα σε εξαγωνικό πλαίσιο. Η μονή ανακυρήχθηκε το 1622 σταυροπηγιακή, δηλαδή κατευθείαν υπαγόμενη στη δικαιοδοσία του Πατριάρχη. Το 1770 υπέστη καταστροφές από Αλβανούς επιδρομείς, ενώ το 1826 κάηκε από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ. Ενίσχυσε τον Αγώνα του 1821, παρέχοντας δάνειο στην Πελοποννησιακή Γερουσία και και στήριξε οικονομικά την ανέγερση σχολείων από τον Καποδίστρια. Το 1970 έγινε μετόχι της Μονής Λουκούς. Σήμερα έχει δύο μοναχούς που ξεχειμωνιάζουν στο μετόχι της μονής στον Τυρό και στον Άγιο Ιωάννη στο Λεωνίδιο. Η μονή γιορτάζει στις 6 Δεκεμβρίου. Γιορτάζει όμως και το καλοκαίρι στις 8 Ιουλίου, επειδή το χειμώνα ο χώρος της δεν είναι εύκολα προσβάσιμος.

Οσία Αναστασία η Πατρικία

H Πατρικία πάντα λιπούσα τάδε,
Πάντων κατέστη κυρία εν τω πόλω.


H Οσία Αναστασία καταγόταν από ευγενείς και πλούσιους γονείς και ήταν μια από τις πιο θεοφοβούμενες κόρες του Βυζαντίου, στα χρόνια του Ιουστινιανού του μεγάλου (527 - 565 μ.Χ.). Υπήρξε η πρώτη ακόλουθος της Βασίλισσας Θεοδώρας, και ο Ιουστινιανός για την υπέροχη αξία της, της έδωσε τον τίτλο της πατρικίας.
Οι αρετές της όμως, προκάλεσαν το φθόνο της βασίλισσας. Η Αναστασία, προκειμένου να σβήσει κάθε αφορμή του φθόνου, πήρε μέρος της περιουσίας της και κατέφυγε στην Αλεξάνδρεια. Εκεί, σε ένα μέρος που ονομαζόταν Πέμπτον, έκτισε Μονή, που ονομάστηκε Μονή της Πατρικίας, και ζούσε ζωή ασκητική. Αλλά όταν έμαθε ότι την αναζητεί ο Ιουστινιανός, άφησε τη μονή και πήγε στη Σκήτη του αββά Δανιήλ, στον όποιο και διηγήθηκε τα συμβαίνοντα. Αυτός αφού την έντυσε ανδρικά και τη μετονόμασε Αναστάσιο, την τοποθέτησε σ' ένα σπήλαιο δίπλα στη Σκήτη και δύο μοναχοί της έφερναν αυτό πού χρειαζόταν. Συνάμα δε της είπε να μη βγει ποτέ από το σπήλαιο, ούτε να δεχθεί κανένα. Εκεί έμεινε κλεισμένη 28 χρόνια.
Όταν προαισθάνθηκε το τέλος της, προσκάλεσε τον αββά Δανιήλ και, αφού κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων, παρέδωσε τη δίκαια ψυχή της.

Άγιος Μαρκιανός ο Μάρτυρας


Eθαύμασαν βροτοί σε θλασθέντα ξύλοις,
Aμήν λέγω σοι Mαρκιανέ και νόες.
Ο Άγιος Μαρκιανός μαρτύρησε αφού του έσπασαν τα σωματικά του μέρη με ξύλα.

Άγιοι Κοδράτος, Ανεκτός, Παύλος, Διονύσιος, Κυπριανός και Κρήσκης

Eις τον Kοδράτον.
Tων δυσσεβών την πίστιν ύβρεσι πλύνας,
Tμηθείς Kοδράτε σων αφ’ αιμάτων πλύνη.

Eις τον Άνεκτον, Παύλον και Διονύσιον.
Γνωστοίς Άνεκτον συν δυσί κτείνει ξίφος,
Oις ουκ ανεκτόν μη θανείν Θεού χάριν.

Eις τον Kρήσκεντα και Kυπριανόν.
Oρών καταθνήσκοντα Kρήσκεντα ξίφει,
Σπεύδει συν αυτώ Kυπριανός τεθνάναι.

Άμφηκες δεκάτη Kοδράτον ξίφος εγκατέπεφνεν.


Βιογραφία
Οι Άγιοι Μάρτυρες Κοδράτος, Άνεκτος, Παύλος, Διονύσιος, Κυπριανός και Κρήσκης ήταν φίλοι και μαρτύρησαν κατά τον διωγμό των αυτοκρατόρων Δεκίου (249-251 μ.Χ.) ή Ουαλεριανού (253-259 μ.Χ.) στην Κόρινθο, όταν ηγεμόνας της Ελλάδος ήταν ο Ιάσων.
Στο Μηνολόγιον του αυτοκράτορα Βασιλείου Β' αναφέρεται ότι από τους Χριστιανούς, όσοι μεν είχαν συλληφθεί σφαγιάζονταν, όσοι όμως έφευγαν κρύβονταν στα όρη, για όσο διάστημα χρειαζόταν. Έτσι και η μητέρα του Κοδράτου, που καταγόταν από την πόλη των Κορινθίων, έφυγε για το όρος και κρυβόταν. Και καθώς ήταν έγκυος, γέννησε υιό που τον ονόμασε Κοδράτο. Στην συνέχεια, αφού έζησε για λίγο, πέθανε, εγκαταλείποντας τον υιό της βρέφος. Αυτός τρεφόταν από τα νέφη που συνενώνονταν επάνω από αυτόν και τον πότιζαν. Ο Κοδράτος, αφού μεγάλωσε, δίδασκε την Χριστιανική πίστη στον Άνεκτο, τον Κρήσκεντα, τον Κυπριανό, τον Παύλο και τον Διονύσιο, που είχαν στο μεταξύ καταφύγει κοντά του. Όμως οι Άγιοι Άνεκτος, Κρήσκος, Κυπριανός και Παύλος συνελήφθησαν επειδή ήταν Χριστιανοί. Ο ηγεμόνας Ιάσων προσπάθησε με διάφορους τρόπους να τους δελεάσει και να τους πείσει να απαρνηθούν τη χριστιανική τους πίστη και να θυσιάσουν στα είδωλα. Εκείνοι ομολόγησαν με πνευματική ανδρεία τον Χριστό, βασανίσθηκαν και τέλος αποκεφαλίσθηκαν.Έτσι εισήλθαν οι Άγιοι Μάρτυρες στη χαρά της Βασιλείας του Θεού και Κυρίου μας.Ο Άγιος Μάρτυρας Διονύσιος κατηγορήθηκε στον ηγεμόνα της Κορίνθου ότι δεν υπακούει στην διαταγή των βασιλέων και ότι περιφρονεί τους θεούς, κηρύττοντας κάποιον άλλον Θεό Εσταυρωμένο και λέγοντας ότι Αυτός είναι ο Δημιουργός του ουρανού και της γης και της θάλασσας και όλων όσων υπάρχουν μέσα σε αυτά, Αυτός που πρόκειται να έλθει από τον ουρανό και να κρίνει με δόξα ζωντανούς και νεκρούς και να ανταποδώσει στον καθένα σύμφωνα με τα έργα του. Γι' αυτό, αφού συνελήφθη και δέθηκε με αλυσίδες, παρουσιάσθηκε στον άρχοντα, ο οποίος προσπαθούσε να τον εξαναγκάσει, πότε με κολακείες και πότε με απειλές, να απαρνηθεί τον Χριστό και να θυσιάσει στα είδωλα. Όμως ο Μάρτυρας του Χριστού Διονύσιος ομολογούσε τον Χριστό με μεγάλη φωνή. Έτσι σφαγιάσθηκε με μαχαίρι και τελειώθηκε ο πρόσκαιρος βίος του.

Απολυτίκιο
Ήχος α'. Τον τάφον σου Σωτήρ.
Εξάριθμος χορός, των Χριστού Αθλοφόρων, υμνείσθω ευσεθώς, μελωδίαις ασμάτων, Κοδράτος και Άνεκτος, Παύλος και Διονύσιος, και συν Κρήσκεντι, Κυπριανός ο θεόφρων την Τριάδα γάρ, διηνεκώς δυσωπούσιν, υπέρ των ψυχών ημών.

Κοντάκιο
Ήχος δ'. Επεφάνης σήμερον
Ως λαμπάς εξάφωτος εν τη Κορίνθω, καρτερώς αθλήσαντες, ώφθητε Μάρτυρες σοφοί, φωταγωγούντες ταις χάρισι, της Εκκλησίας απαύστως τό πλήρωμα.

Άγιος Μιχαήλ ο Μαυρουδής

Oυ Mάρτυς απλούς, αλλά και θείων λόγων,
Pήτωρ εδείχθης ω Mιχαήλ παμμάκαρ.


O Άγιος Μιχαήλ ο Μαυρουδής, καταγόταν από το χωριό Γρανίτσα Αγράφων. Γονείς του ήταν ο ευσεβής Δημήτριος και η ενάρετη Στατήρα, οι οποίοι ανέθρεψαν τον Μιχαήλ «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου». Μετά τον θάνατο του πατέρα του έφυγε στη Θεσσαλονίκη, όπου εξάσκησε το επάγγελμα του αρτοποιού, όλα δε τα χρήματα του τα μοίραζε στους πτωχούς και αδύνατους αδελφούς του.
Όταν προσπάθησε να κατηχήσει ένα τουρκόπουλο στη χριστιανική πίστη, εκείνο τον κατήγγειλε και ο Μιχαήλ οδηγήθηκε βίαια στο κριτήριο. Στην ανάκριση, όπου με παρρησία και βαθιά θεολογική γνώση απάντησε στις ερωτήσεις του κριτή, προσπάθησε να προσηλυτίσει και αυτούς τούς δικαστές του. Τελικά καταδικάστηκε σε θάνατο και τον έκαψαν ζωντανό στη Θεσσαλονίκη στις 21 Μαρτίου 1547.
Το μαρτύριο του Αγίου, μεταξύ άλλων, αναφέρεται και στον υπ' άριθ' 727 Κώδικα του XVIII αιώνα στη Μονή Ξενοφώντος Άγιου Όρους, και στον υπ' αριθ. 2142(129) Κώδικα του XVIII αιώνα της Μονής Έσφιγμένου. Το Μ. Ευχολόγιο αναφέρει τη μνήμη του στις 10 Μαρτίου 1544.

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἐκ Γεωργίας

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἔζησε καὶ ἀσκήτεψε στὴ Γεωργία κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 10ου αἰῶνος καὶ τὸν 11ο αἰῶνα μ.Χ. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.



Ὁ Ὅσιος Ἀγάθων


Ὁ Ὅσιος Ἀγάθων ἀσκήτεψε στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Συμεὼν κοντὰ στὸ Χαλέπιον τῆς Συρίας καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2009

Η Ιερά Μονή. Αγίων. Τεσσαράκοντα Μεγαλομαρτύρων

Η Ιερά Μονή Α. Τεσσαράκοντα Μεγαλομαρτύρων είναι κτισμένη σε μία περιοχή με σπάνιο φυσικό κάλλος, η οποία διαθέτει όλες τις προϋποθέσεις για ησυχαστική ζωή, μία ζωή, που συγκινεί και εμπνέει τους Μοναχούς.Σε απόσταση 15΄βορειοανατολικά από τη νέα Μονή βρίσκεται η παλαιά Μονή, κτισμένη σε μια φυσική χαράδρα δίπλα στα ήρεμα νερά του χειμάρρου Σωφρόνη ( σε απόσταση 20΄από τη Σπάρτη ).Πρόκειται για μία ολόκληρη μοναστική πολιτεία με κελλιά για τους Μοναχούς, διαδρόμους ανάμεσα στα κελλιά, Ναό(Καθολικό), αποθήκες για τα τρόφιμα, Τραπεζαρία των Μοναχών ("Τράπεζα") και άλλους μοναστηριακούς χώρους.
Σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή, η οποία σώζεται μέσα στο σπηλαιώδη Ναό του παλαιομονάστηρου, η Μονή κτίστηκε το έτος 1305 επί βασιλείας του Αυτοκράτορος του Βυζαντίου Ανδρονίκου του πρεσβύτερου (1283-1328):
‘Ανηγέρθη εκ βάθρων και ανιστορήθη ο θείος ναός των αγίων ενδόξων μεγάλων μαρτύρων Τεσσαράκοντα δια συνεργίας και πόθου Γερμανού ιερομονάχου και Γρηγορίου μοναχού και Θεοδοσίου μοναχού επί της βασιλείας των ευσεβεστάτων βασιλέων Ανδρονίκου και Ειρήνης και Μαρίας , μητρός των Παλαιολόγων έτει ΩΙΓ'.
Όπως προαναφέραμε, ο Ναός ( το Καθολικόν) είναι σπηλαιώδης, Πρόκειται δηλ. για ένα φυσικό σπήλαιο διαμορφωμένο περίτεχνα σε Ναό.
Στο βάθος του σπηλαίου είναι τοποθετημένη η Αγία Τράπεζα, ενώ όλες οι επιφάνειες είναι αγιογραφημένες από το σπουδαίο Λακεδαιμόνιο αγιογράφο Κων/νο Μανασσή, όπως αναφέρει σχετική σωζόμενη επιγραφή.Το σύνολο των τοιχογραφιών είναι αξιόλογο, η θεματολογία εκτεταμένη και τα χρώματα πλούσια, ζεστά και κατανυκτικά. Ξεχωρίζει για τη σπάνια εκφραστικότητά του το Μαρτύριο των Αγίων Τεσσαράκοντα.Η παλαιά Μονή μάλλον κτίστηκε, για να φιλοξενήσει προϋπάρχουσα μοναστική Αδελφότητα και είναι απίθανο να ακολουθήθηκε η αντίθετη πορεία, δηλ. κάποιος ενάρετος ασκητής να ζούσε αρχικά μόνος και στη συνέχεια να προσείλκυσε κοντά του πλήθος μαθητών.Η μόνη πρόσβαση, που είχε η Παλαιά Μονή προς τον έξω κόσμο, ήταν ένα μονοπάτι με κατεύθυνση προς δυσμάς. Επειδή το μονοπάτι αυτό ήταν στενό και δύσβατο, για τον ανεφοδιασμό της Μονής σε τρόφιμα κι άλλα αναγκαία κατασκευάστηκε εξαρχής μία αποθήκη στη θέση της σύγχρονης Μονής, όπου άλλωστε βρίσκονταν και τα μοναστηριακά κτήματα, αμπέλια, ελαιώνες κ.α, καθώς και ο σταύλος των ζώων.Έτσι με την πάροδο των ετών η περιοχή αυτή εξελίχθηκε σε Μετόχι αρχικά της Παλαιάς Μονής και στη συνέχεια κατέληξε να γίνει η νέα Μονή, η οποία αντικατέστησε την Παλαιά. Η αντικατάσταση αυτή επεβλήθηκε εκ των πραγμάτων για τους εξής τρεις κυρίως λόγους: 1) πολλές φορές εξαιτίας των πλημμυρών που προκαλούσαν τα όμβρια ύδατα αλλά και εξαιτίας άλλων δυσμενών καιρικών συνθηκών ( χαλάζι, πάγος) απειλούνταν άμεσα οι καλλιέργειες της Μονής και ως εκ τούτου ήταν επιβεβλημένη η επί τόπου παρουσία περισσοτέρων του ενός αδελφών της Μονής. Έτσι σιγά-σιγά κτίστηκαν κι άλλα κελλιά και μοναστηριακά οικοδομήματα και εν ολίγοις πραγματοποιήθηκε συν τω χρόνω αξιόλογη και αποφασιστικής σημασίας επέκταση του Μετοχίου. 2) Μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι ραγδαίες βροχοπτώσεις παρέσυραν πέτρες, ξύλα και χώμα, καταπνίγοντας και καταχώνοντας την Παλαιά Μονή. Αν κρίνουμε μάλιστα από την υπάρχουσα κατάσταση του Παλαιομονάστηρου μία τέτοια εκδοχή είναι πιθανή, αν όχι αληθής. 3) Κακοποιά στοιχεία, όπως οι Αλβανοί, ανάγκασαν τους Μοναχούς να εγκαταλείψουν την προσφιλή τους Μονή.Ως αποτέλεσμα αυτής της πραγματικότητας λοιπόν προέκυψε η νέα Μονή. Με τα παλαιότερα και αρχαιότερα αλλά και τα νεώτερα κτίριά της. Με εκείνα που είναι σύγχρονα της αρχικής εγκαταστάσεως των Μοναχών στη νέα Μονή και με τα μεταγενέστερα. Τα πρώτα είναι κατά κανόνα θολωτά επιμήκη οικοδομήματα με πολύ παχείς τοίχους (1μ). Ενδιαφέρον παρουσιάζει η παλαιά τραπεζαρία της νέας μονής, η οποία ήταν αγιογραφημένη. Επίσης ο φώκος ( focus: εστία), ένα κυκλικό οικοδόμημα με ένα τεράστιο τζάκι στη μέση, όπου οι μοναχοί κάθονταν επάνω στα κτιστά καθίσματα εφαπτόμενα στους τοίχους και ζεσταίνονταν εκ περιτροπής. Ο φώκος ή φωτάναμμα των Αγίων Σαράντα αποτελεί σπάνια περίπτωση και το γεγονός αυτό επισημαίνεται και στη σχετική βιβλιογραφία.Τέλος στη νότια πλευρά τής Μονής και συγκεκριμένα στο ανατολικό άκρο της πτέρυγας υπήρχε πύργος τετραόροφος εφοδιασμένος με πολεμοθυρίδες ( πιθανότατα καταχύστρες, από όπου χυνόταν καυτό λάδι στους επιδρομείς) και σκοπιές. Ήταν ένα είδος άκροπόλεως της Μονής, απ’ όπου οι Μοναχοί αμύνονταν κατά των Αλβανών επιδρομέων. Σήμερα σώζονται οι τρεις από τους τέσσερις ορόφους, εκ των οποίων ο τρίτος έχει μετατραπεί σε Μουσείο της Μονής.Το Καθολικό της νέας Μονής είναι Ναός σταυροειδής με τρούλο. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η τοιχοδομία του Ναού, η οποία σε γενικές γραμμές είναι απλή. Τεμάχια πλακών από άλλους Ναούς ή μαρμάρων της κλασικής αρχαιότητος ή τέλος μαρμάρινες πλάκες ενεπίγραφες ή άλλες με ανάγλυφες διακοσμήσεις είναι εντοιχισμένες στους εξωτερικούς τοίχους του Καθολικού.
Αμυδρός, μυστηριώδης και κατανυκτικός είναι ο εσωτερικός φωτισμός του Ναού, τον οποίο ένας περιορισμένος αριθμός μικρών παραθύρων έχει κατορθώσει να δημιουργήσει.
Οι αγιογραφίες του Ναού αποτελούν ένα θαύμα της βυζαντινής ζωγραφικής και αγγίζουν τα όρια της υψηλής τέχνης. Σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή του καθολικού, η οποία αναφέρει ως κτήτορες τον ιερομόναχο Κυπριανό, ηγούμενο της Μονής καί τους Μοναχούς Παρθένιο και Θεοδόσιο, τις αγιογραφίες εξετέλεσε ο περίφημος εκ Ναυπλίου καταγόμενος αγιογράφος Γεώργιος Μόσχος. Εντυπωσιάζουν τον επισκέπτη-προσκυνητή το πλήθος των θεμάτων, ο πλούτος των χρωμάτων, η βαθιά έκφραση αλλά και η χάρη στη στάση και την κίνηση των εικονιζόμενων αγίων και τέλος η ισορροπία και η αρμονία των πολυπρόσωπων συνθέσεων. Εδώ θα δει κανείς όλο το θεματολόγιο της βυζαντινής τέχνης: Οσίους και Οσίες, Μάρτυρες, Σκηνές Μαρτυρίων, Σκηνές από τη ζωή του Ιησού Χριστού (Χριστολογικός Κύκλος) τους 24 οίκους των Χαιρετισμών, θέματα με δογματικό και λειτουργικό περιεχόμενο και άλλα πρωτότυπα θέματα που η καλλιτεχνική ιδιοφυϊα του Γ. Μόσχου μπόρεσε να συλλάβει. Εντυπωσιακό τέλος είναι το ξυλόγλυπτο τέμπλο και ο επίσης ξυλόγλυπτος Αρχιερατικός θρόνος με τα υπέροχα διακοσμητικά θέματα και τις εμφανείς επιδράσεις της τεχνοτροπίας μπαρόκ σε μερικά σημεία.
Δίπλα ακριβώς από το Καθολικό της Μονής βρίσκεται το παρεκκλήσιο της Ζωοδόχου Πηγής (Παναγίας της Χρυσοπηγής) και έξω από τον περίβολο της Μονής, σε απόσταση 300 μέτρων περίπου ο κοιμητηριακός Ναός, αφιερωμένος στους Αγίους Πάντες.
Η Ιερά Μονή των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων από την ίδρυσή της ακόμη είχε προσελκύσει την εύνοια του Οικουμενικού Πατριαρχείου και είχε κινήσει το ενδιαφέρον Μητροπολιτών και Επισκόπων. Έτσι, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, εκτιμώντας τις αρετές των μοναχών της και αναγνωρίζοντας ότι η Μονή εκπληρώνει με συνέπεια και ευσυνειδησία τον προορισμό της, την ανακήρυξε σταυροπηγιακή Μονή και της προσέφερε παρά πολλά προνόμια. Από τότε πολλά άλλα μοναστήρια άρχισαν να προσαρτώνται στη Μονή για να μπορούν να εκπληρώνουν τον προορισμό τους χωρίς εμπόδια, τα οποία προέβαλλαν οι μουσουλμάνοι Τούρκοι κατακτητές, και πολλές αφιερώσεις κτημάτων επακολούθησαν. Συνολικά τέσσερα(4) πατριαρχικά σιγγίλια απελύθησαν κατά καιρούς, τά οποία διασφάλιζαν τη σταυροπηγιακή αξία της Μονής. Το τέταρτο μάλιστα απελύθη επί της πατριαρχίας του Γρηγορίου Ε΄.Αλλά και σουλτανικά φιρμάνια εκδόθηκαν, τα οποία επιδαψίλευσαν στη Μονή εξαιρετικά προνόμια και γενικά οι Σουλτάνοι ποτέ δεν υστέρησαν σε εκδηλώσεις εύνοιας προς τη Μονή.Το πιο σπουδαίο από αυτά τα έγγραφα, τα οποία είχε στην κατοχή της η Μονή είναι ο Αχταναμές(διαθήκη) του Μωάμεθ, ιδρυτή τής θρησκείας του Μωαμεθανισμού. Αυτή τη διαθήκη την είχε συντάξει ο Μωάμεθ αρχικά για τη Μονή του Σινά και με αυτή παραχωρούσε στην Εκκλησία και τους λειτουργούς της, Επισκόπους, Ιερείς, Μοναχούς και Ασκητές πλήρη ελευθερία στην εξάσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων, τους απάλλασσε από κάθε είδους φορολογία και στρατιωτική υποχρέωση και επιπλέον υποχρέωνε τους μουσουλμάνους να τους προστατεύουν από όσους τους ενοχλούσαν.
Ο Αχταναμές βοήθησε πράγματι τη Μονή σε δύσκολες ημέρες. Η παράδοση αναφέρει ότι η Μονή χρησιμοποίησε τον Αχταναμέ για να αμυνθεί απέναντι στις αρπακτικές διαθέσεις των Τούρκων διοικητών, υπαλλήλων αλλά και πάσης φύσεως επιδρομέων, οι οποίοι ενοχλούσαν τη Μονή και τους μοναχούς, ζητώντας χρήματα, τρόφιμα κα.
Για να απαλλαγούν λοιπόν οι Μοναχοί μία για πάντα από τις ενοχλήσεις των Τούρκων, κρέμασαν τον Αχταναμέ πάνω από την εξωτερική θύρα της Μονής και τοποθέτησαν μπροστά του καντήλι που έκαιγε συνεχώς. Οι Τούρκοι, βλέποντας τον Αχταναμέ με την ιερή απεικόνιση του χεριού τού Μωάμεθ προσκυνούσαν με ευλάβεια και έφευγαν χωρίς άλλες απαιτήσεις.Στη Μονή σώζονται επίσης αξιόλογα ιερά κειμήλια, όπως ξυλόγλυπτοι σταυροί, άγια δισκοπότηρα, αργυρές λειψανοθήκες με ανάγλυφες διακοσμήσεις, άμφια, ευαγγελιστάρια, κηροπήγια, ασημένιοι δίσκοι, χειρόγραφοι συναξαριστές, αρχαίες εικόνες και μία μαρμάρινη κολυμβήθρα, όπου τελούσαν το Μεγάλο αγιασμό των Θεοφανείων.
Επίσης εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η Βιβλιοθήκη της Μονής, η οποία διαθέτει πολυάριθμους χειρόγραφους κώδικες.
Μεγάλη και ανεκτίμητη υπήρξε η προσφορά της Μονής στον υλικό και πνευματικό αγώνα του Έθνους κατά την παλιγγενεσία του 1821. Η Μονή ανέπτυξε πολύπλευρη δράση και στον τομέα της Παιδείας (μορφωμένοι αδελφοί της Μονής δίδασκαν τα γράμματα σε φτωχά παιδιά των γύρω χωριών και επιπλέον τους παρείχαν τροφή και αναγκαία είδη) στον τομέα του καταρτισμού των υποψηφίων κληρικών, της διενέργειας συσσιτίων, της καταβολής λύτρων για την εξαγορά αιχμαλώτων, της γενναίας οικονομικής ενισχύσεως και συνδρομής του Αγώνα, της παροχής εφοδίων και τροφίμων στους αγωνιστές( χιλιάδες οκάδες σιτάρι, αιγοπρόβατα κ.α ) Γι΄αυτό το λόγο και η Μονή έχαιρε της εκτιμήσεως και της ευγνωμοσύνης όλων. Είναι μάλιστα χαρακτηριστική η μεγάλη αφοσίωση σε αυτήν του σπουδαίου οπλαρχηγού και ηγέτη της Επαναστάσεως Θεοδώρου Κολοκοτρώνη.

Οι Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες

Οι άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες έζησαν στις αρχές του 4ου αι. στην πόλη της Σεβαστείας στον Πολεμωνιακό Πόντο, στη Βόρεια Μ. Ασία. Ήταν στρατιώτες του ρωμαϊκού στρατού, καταγόμενοι ο καθένας από διαφορετικά σημεία της Αυτοκρατορίας. Ήταν τόσο γενναίοι στρατιώτες και ικανοί στην τέχνη του πολέμου, ώστε να αποτελούν ξεχωριστό επίλεκτο σώμα. Όλοι και κυρίως ο λαός της Σεβαστείας τους θαύμαζαν και τους αγαπούσαν. Δεν μπόρεσαν όμως να απαλλαγούν από το φθόνο κάποια στιγμή ορισμένων συστρατιωτών τους, οι οποίοι τους κατηγόρησαν στον ηγεμόνα τής πόλεως Αγρίκολα ότι ήταν χριστιανοί και με αφοσίωση λάτρευαν ως Θεό τους τον Ιησού Χριστό.
Ο ηγεμόνας τότε τους κάλεσε και με υποσχέσεις στην αρχή προσπάθησε να τους δελεάσει και να τους απομακρύνει από την ορθή πίστη στο τέλος όμως τους έθεσε το δίλημμα: να θυσιάσουν στα είδωλα, αρνούμενοι το Χριστό ή να πεθάνουν. Εκείνοι χωρίς να δειλιάσουν προτίμησαν το θάνατο και την ίδια στιγμή σε ένδειξη περιφρόνησης πέταξαν στο έδαφος τις στρατιωτικές τους ζώνες.Ο ηγεμόνας Αγρίκολα μετά από πολυήμερη κάθειρξη σε σκοτεινή και υγρή φυλακή, τους οδήγησε στην παγωμένη λίμνη που βρισκόταν έξω από την πόλη της Σεβαστείας και τους άφησε εκεί γυμνούς και εκτεθειμένους μια ολόκληρη νύχτα στο φοβερό κρύο να πεθάνουν μέσα σε φοβερούς πόνους από τα κρυοπαγήματα. Για να κάνει επίσης πιο επώδυνο το μαρτύριό τους σε μικρή απόσταση από τη λίμνη άναψε ένα θερμό λουτρό ώστε στη θέα του και μόνο να δειλιάσουν οι μάρτυρες και να εγκαταλείψουν τη λίμνη.Όλη τη νύχτα οι Άγιοι Τεσσαράκοντα ενίσχυαν ο ένας τον άλλο με παρηγορητικά και θεόπνευστα λόγια: ‘Δριμύς ο χειμών αλλά γλυκύς ο παράδεισος, αλγεινή η πήξις αλλά ηδεία η απόλαυσις’ Όμως μέσα στη βαθειά νύχτα συνέβη ένας από τους μάρτυρες μπροστά στη θέα του θερμού λουτρού να δειλιάσει και να εγκαταλείψει τη λίμνη. Όταν όμως έφτασε στα σκαλοπάτια του λουτρού, το σώμα του, το οποίο, λόγω του ψύχους ήταν σχεδόν νεκρό, επειδή το αίμα είχε εγκαταλείψει προ πολλού τα μέλη του και είχε υποχωρήσει συνωστισμένο στην περιοχή της καρδιάς, στην πρώτη επαφή του με το θερμότατο αέρα, ο οποίος έβγαινε μέσα από το λουτρό, δεν άντεξε και έλιωσε κυριολεκτικά σαν το κερί και αφανίστηκε.Το γεγονός αυτό γέμισε με θλίψη τις ψυχές των υπολοίπων μαρτύρων, οι οποίοι με μεγάλη αγωνία προσευχήθηκαν στο Θεό να τους ενισχύσει, για να υπομείνουν μέχρι τέλος το μαρτύριο.
Εκείνη τη στιγμή πράγματι εμφανίστηκε στον ουρανό ο Αγωνοθέτης Χριστός και μαζί σαράντα ολόχρυσα στεφάνια, τα οποία χαμήλωσαν και εκάθησαν πάνω στα κεφάλια των Αγίων Μαρτύρων, δίνοντάς τους απερίγραπτη παρηγοριά και ουράνια ευφροσύνη και χαρά. Το τεσσαρακοστό όμως στεφάνι, επειδή δεν είχε τόπο να σταθεί, έμεινε μετέωρο στον αέρα. Το όραμα αυτό και το στεφάνι, που εξακολουθούσε να μένει μετέωρο δεν μπόρεσαν να διαφύγουν της προσοχής τού ρωμαίου δεσμοφύλακα, του Αγλαΐου, ο οποίος, αν και ειδωλολάτρης, κατανόησε βαθιά ότι το ουράνιο εκείνο στεφάνι για το μάρτυρα που λιποτάκτησε θα μπορούσε να γίνει δικό του εκείνη τη στιγμή, αν το ήθελε. Έτσι χωρίς να χάσει καιρό με τη δύναμη και το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, ξύπνησε τους συντρόφους του, τους άλλους δεσμοφύλακες, πέταξε τα ρούχα του και μπήκε στη λίμνη, φωνάζοντας: είμαι καί εγώ χριστιανός! Το γεγονός αυτό γέμισε με μεγάλη χαρά τις ψυχές των Αγίων Μαρτύρων, οι οποίοι δόξασαν το Θεό για τα μεγάλα και θαυμαστά έργα Του.Την άλλη μέρα το πρωί, οι δεσμοφύλακες πήραν τους Αγίους Τεσσαράκοντα, τους έσπασαν χέρια και πόδια και τους έριξαν στη φωτιά. Την ώρα όμως που εκτελούσαν την αποτρόπαια αυτή πράξη, πρόσεξαν ότι ένας από τους μάρτυρες, ο πιο νέος και ο πιο δυνατός, ο οποίος λεγόταν Μελίτων, εξακολουθούσε ακόμα να ζει.Σκέφτηκαν τότε να μην το σκοτώσουν αλλά να τον αφήσουν να ζήσει. Τον παρέδωσαν μάλιστα στη μητέρα του, η οποία καθ΄όλη τη διάρκεια της νύχτας είχε παρακολουθήσει μαζί με άλλους χριστιανούς το μαρτύριο του παιδιού της. Συνέβη όμως τότε κάτι το απροσδόκητο και απίστευτο. Η γενναία και ευσεβής εκείνη χριστιανή μάνα πήρε στους ώμους της το παιδί της, το γενναίο μάρτυρα, άγιο Μελίτωνα, και άρχισε να τρέχει για να προλάβει τους δημίους, οι οποίοι είχαν ήδη φορτώσει στην άμαξα τους Αγίους Τεσσαράκοντα και τους έπαιρναν για να τους κάψουν. Η φιλόθεη εκείνη μητέρα δεν ησύχασε παρά μόνο όταν τοποθέτησε πάνω στην άμαξα μαζί με τα άλλα σώματα των μαρτύρων και το σώμα του δικού της παιδιού. Στο τέλος,οι φοβεροί εκείνοι δήμιοι, αφού τους έκαψαν, έριξαν τα λείψανα των Αγίων στο διπλανό ποτάμι.Τρείς μέρες αργότερα οι άγιοι εμφανίστηκαν σε όνειρο στον επίσκοπο των χριστιανών της Σεβαστείας Πέτρο και του υπέδειξαν το σημείο στο οποίο βρίσκονταν τα άγια λείψανά τους. Εκείνος με τη βοήθεια μερικών ευσεβών χριστιανών περισυνέλεξε με ευλάβεια και κατάνυξη τα ιερά λείψανα των Αγίων Τεσσαράκοντα Μεγαλομαρτύρων.
Η μνήμη τους εορτάζεται την 9η Μαρτίου

Ὁ Ἅγιος Πασιανὸς Ἐπίσκοπος Βαρκελώνης τῆς Ἱσπανίας

Ὁ Ἅγιος Πασιανὸς ἔζησε κατὰ τὸν 4ο αἰῶνα μ.Χ. στὴν πόλη τῆς Καταλανίας, στὴ Βαρκελώνη τῆς Ἱσπανίας. Ἦταν ἔγγαμος. Ὅμως ὁ Θεὸς πῆρε κοντά του τὴ σύντροφό του. Ὁ Πασιανὸς ἀφιέρωσε τὴ ζωή του στὴν Ἐκκλησία. Ἄνθρωπος μὲ πλατιὰ μόρφωση, μὲ μεγάλη ἱκανότητα στὸν χειρισμὸ τοῦ λόγου, προσήλωση καὶ ἀκρίβεια στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ καὶ παράδοση, προσέφερε τὰ δῶρα ποὺ τοῦ χάρισε ὁ Θεὸς στὴν ὑπηρεσία τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας. Χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος τῆς Βαρκελώνης περὶ τὸ 363 μ.Χ.
Ἀπὸ τὴν θέση αὐτὴ ὁ Ἐπίσκοπος Πασιανὸς διπλασιάζοντας τὸν ζῆλο του καὶ αὐξάνοντας τὰ τάλαντα ποὺ τοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Κύριός του, ἀναλώθηκε στὴν διαποίμανση τῶν λογικῶν προβάτων του. Σὲ μία ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία ἡ αἱρέσεις λυμαίνονταν στὸν ἀγρὸ τοῦ Χριστοῦ ἔγραψε θεολογικὰ ἀντιαιρετικᾶ καὶ ἀπολογητικὰ ἔργα καὶ δίδαξε τοὺς πιστοὺς νὰ κρατήσουν τὴν πατρῴα εὐσέβεια καὶ νὰ μὴν μολυνθοῦν ἀπὸ τὴν ἐπαφὴ μὲ τοὺς αἱρετικούς, ἰδιαίτερα μὲ τοὺς Ἀρειανοὺς καὶ τοὺς Νοβατιανούς, ἀλλὰ νὰ μείνουν στερεὰ προσκολλημένοι στὴν Ὀρθόδοξη δογματικὴ παράδοση τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας.
Ὁ Ἅγιος Πασιανὸς κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 390 μ.Χ

Ὁ Ἅγιος Οὐρπασιανὸς ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Οὐρπασιανὸς ἦταν συγκλητικὸς καὶ μαρτύρησε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 286-305 μ.Χ. ἐπὶ αὐτοκράτορα Μαξιμιανού.
Ὡς συγκλητικὸς ἀκολούθησε τὸν βασιλέα στὴν Νικομήδεια σὰν κρυφὸς Χριστιανός. Κάποια μέρα ὁ Μαξιμιανός, ἐπάνω στὴν μανία του κατὰ τῶν Χριστιανῶν, κάλεσε ὅλους τοὺς ἄρχοντες καὶ συγκλητικοὺς στὰ ἀνάκτορα τῆς Νικομήδειας καὶ τοὺς εἶπε: «Ἐὰν κάποιος ἀπὸ ἐσᾶς εἶναι Χριστιανὸς καὶ μένει ἀμετανόητος, ἂς λύσει ἐνώπιον ὅλων τὴν ζώνη του καὶ ἂς ἀποχωρήσει ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα, διότι ἡ πόλη αὐτὴ ἀπὸ τούς προγόνους της διδάχθηκε νὰ λατρεύει τοὺς θεοὺς καὶ ὄχι ἕναν Θεὸ καὶ τοῦτον ἐσταυρωμένο».
Τότε ὁ Οὐρπασιανὸς σηκώθηκε καὶ ἔριξε κατὰ πρόσωπο τοῦ βασιλέως τὴν χλαμύδα καὶ τὴν ζώνη του λέγοντας πρὸς τὸν αὐτοκράτορα: «Λάβε τὴν ζώνη καὶ τὴν τιμὴ καὶ τὴν δόξα. Ἐγὼ σήμερα στρατεύομαι μὲ τὸν ἐπουράνιο καὶ ἀθάνατο Βασιλέα».
Μόλις ὁ Μαξιμιανὸς ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια, ἀλλοιώθηκε στὸ μυαλὸ καὶ ἔμεινε ἐμβρόντητος. Μόλις συνῆλθε ἀπὸ τὴν ταραχὴ καὶ τὴν ἔκπληξη, διέταξε νὰ κρεμάσουν τὸν Μάρτυρα, νὰ τοῦ ξεσκίσουν τὶς σάρκες καὶ νὰ τὸν κλείσουν στὴ φυλακή, μήπως καὶ ἀλλάξει. Ὅμως ὁ Ἅγιος Οὐρπασιανὸς ἔμενε σταθερὸς στὴν πίστη του. Τότε τὸν ἔκλεισαν σὲ σιδερένιο κλουβὶ καὶ τὸν ἔκαψαν μέσα ἐκεῖ ζωντανό. Ἀφοῦ κάηκαν οἱ σάρκες καὶ τὰ ὀστᾶ τοῦ Ἁγίου, ὁ Μαξιμιανὸς διέταξε νὰ τὰ συλλέξουν καὶ νὰ τὰ ρίξουν στὴν θάλασσα.
Ἔτσι μαρτύρησε ὁ Ἅγιος Οὐρπασιανὸς καὶ ἔλαβε τὸ ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ ἀψηφώντας τὴν δόξα τοῦ κόσμου καὶ τὶς βασάνους.

Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου «τοῦ Ἔνσαρκου Λόγου», ἐν Ἀλμπαζὶν τῆς Ρωσίας


















Οἱ Ἅγιοι παππούς, μάμμη, πατέρας, μητέρα καὶ τὰ δυὸ τέκνα αὐτῶν




Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες τελειώθηκαν διὰ ξίφους. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες ἀπὸ τὸν Βίο τῶν Ἁγίων









Ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος τῆς Κορνουάλλης ὁ Μάρτυρας





Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Κωνσταντῖνος γεννήθηκε περὶ τὸ 520 μ.Χ. καὶ ἦταν βασιλέας τῆς Δουμνονίας στὴν Ἀγγλία. Μαρτύρησε τὸ ἔτος 576 μ.Χ






Ὁ Ὅσιος Κλεόπας ἐκ Ρωσίας





Ὁ Ὅσιος Κλεόπας ἦταν μαθητὴς τοῦ Ὁσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ (τιμᾶται 15 Νοεμβρίου) καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1778.

Ὁ Ὅσιος Βιτάλιος ἐκ Σικελίας


Ὁ Ὅσιος Βιτάλιος γεννήθηκε στὴν πόλη Καστρόνοβο τῆς Σικελίας κατὰ τὸν 10ο αἰῶνα μ.Χ. ἀπὸ γονεῖς εὔπορους καὶ εὐσεβεῖς, τὸν Σέργιο καὶ τὴν Χρυσονίκη, οἱ ὁποῖοι φρόντισαν γιὰ τὴν κατὰ Θεὸν ἀνατροφή του καὶ τὴν παιδεία του.
Ὁ Ὅσιος ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἀγάπησε τὸν Χριστὸ καὶ τὴν μοναχικὴ πολιτεία, γι’ αὐτὸ καὶ ἔφυγε στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Φιλίππου στὴν Ἄγκυρα. Ἐκεῖ ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα ζωντας μὲ ἄσκηση καὶ προκόπτοντας στὴν ἀρετὴ ἐπὶ δεκαπέντε χρόνια.
Κατὰ τὴν διάρκεια τῶν χρόνων αὐτῶν ἐπισκέφθηκε γιὰ προσκύνημα τὴν Ρώμη, τὴν Καλαβρία καὶ ἄλλους ἱεροὺς τόπους. Τελικὰ ἐπέστρεψε στὴν Καλαβρία καὶ ἀσκήτεψε στὸ ὄρος τοῦ Λιποράχου. Ἐκεῖ συνάντησε τὸν ἀσκητὴ Ἀντώνιο καὶ ἔζησε μαζί του γιὰ λίγο χρόνο. Στὴν συνέχεια μετακινεῖται ἀπὸ ὄρος σὲ ὄρος, γιὰ νὰ καταλήξει στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἠλία.
Μετὰ τὴν πάροδο ἀρκετοῦ χρόνου, πηγαίνει σὲ ἕνα σπήλαιο μεταξὺ τῶν ὀρέων Τούρρι καὶ Ἀρμέντο. Ὁ Ὅσιος ἀγωνίζεται μέρα καὶ νύκτα προσευχόμενος καὶ φθάνει σὲ πνευματικὰ ὕψη. Ἀκόμη καὶ τὰ ἄγρια θηρία τοῦ βουνοῦ τὸν πλησιάζουν ἤρεμα, γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐλογία του.Ἐκεῖ τὸν ἐπισκέπτεται καὶ ὁ Ὅσιος Λουκᾶς τοῦ Ντέμενα τῆς Σικελίας (τιμᾶται 13 Ὀκτωβρίου), μαζὶ μὲ τὸν ὁποῖο συζητοῦν πνευματικὰ θέματα καὶ προσεύχονται.
Ἀργότερα ὁ Ὅσιος μεταβαίνει στὸ Μπάρι καὶ μαζὶ μὲ τὸν ἀνεψιό του Ἠλία καταλήγει στὸ ὄρος Τούρρι, ὅπου κτίζει μία ἐκκλησία. Τελικὸς σταθμὸς τοῦ Ὁσίου Βιταλίου εἶναι ἡ περιοχὴ τῆς Ράπολλα, στὴν ὁποία ἀνήγειρε μονή. Σὲ αὐτὴν διῆλθε τὸ ὑπόλοιπο τοῦ ἀσκητικοῦ βίου του, συγκεντρώνοντας γύρω του πλῆθος μοναχῶν.
Ὁ Ὅσιος Βιτάλιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 994 μ.Χ

Ὁ Ἅγιος Καισάριος

Ὁ Ἅγιος Καισάριος γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο καὶ τὴν Ἁγία Νόννα καὶ ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Σπούδασε στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ στὴν συνέχεια μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἄσκησε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἰατροῦ. Τόση ἦταν ἡ φήμη του, ὥστε προσλήφθηκε ὡς ἰατρὸς τῶν ἀνακτόρων. Ὁ ἀδελφός του Ἅγιος Γρηγόριος, μετὰ τὸ πέρας τῶν σπουδῶν του στὴν Ἀθῆνα, ᾖλθε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 358-360 μ.Χ. στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου συνάντησε τὸν Καισάριο καὶ ἔτσι ἐπέστρεψαν μαζὶ καὶ οἱ δυὸ ἀδελφοὶ στὴν ἰδιαίτερή τους πατρίδα, τὴ Ναζιανζό. Ἀλλὰ ὁ Καισάριος ἐπέστρεψε καὶ πάλι στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ προσλήφθηκε ὡς ἰατρὸς τῆς βασιλικῆς αὐλῆς. Τὴ θέση αὐτὴ διατήρησε καὶ μετὰ τὴν ἀνάρρηση στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο, τὸ ἔτος 361 μ.Χ., τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ Ἀποστάτου. Ὁ Καισάριος, ποὺ εἶχε ἀνατραφεῖς χριστιανοπρεπῶς, δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἐπηρεαστεῖ ἀπὸ τὸν χριστιανομάχο Ἰουλιανό, ὥστε νὰ ἐνδώσει στὶς παροτρύνσεις καὶ τὶς πιέσεις πρὸς ἄρνηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ἐπέστρεψε στὴν γενέτειρά του. Ἀλλὰ καὶ πάλι, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἰουλιανοῦ, τὸ ἔτος 363 μ.Χ., ἐπανῆλθε στὴν πρωτεύουσα τοῦ Βυζαντίου. Ἐπὶ αὐτοκράτορα δὲ Οὐάλεντος (364-378 μ.Χ.) καὶ Οὐαλεντινιανοὺ (364-374 μ.Χ.) διορίστηκε ἐπιμελητὴς θησαυρῶν καὶ ταμίας τῶν δημοσίων χρημάτων στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας.
Ἐκεῖ, στὴ Βιθυνία, σώθηκε ὡς ἐκ θαύματος, στὸν σεισμὸ ποὺ ἔγινε τὸ ἔτος 368 μ.Χ. καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη τὸ ἴδιο ἔτος ἢ στὶς ἀρχὲς τοῦ 369 μ.Χ. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὁμιλεῖ στὰ ἔργα του γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ τὴ σωφροσύνη τοῦ Ἁγίου Καισαρίου.

Κυριακή 8 Μαρτίου 2009

Κυριακή της Ορθοδοξίας!

Tην πρώτη Kυριακή της M. Tεσσαρακοστής, η οποία ονομάζεται και Kυριακή της Oρθοδοξίας, γιορτάζεται με πανηγυρικό τρόπο η τελική νίκη των ιερών εικόνων, η διατήρηση δηλαδή της χρήσεώς τους στη λατρευτική πράξη. H αμφισβήτηση της σημασίας των εικόνων πήρε τη μορφή μιας δραματικής διαμάχης μεταξύ των εικονοφίλων και των εικονομάχων. Πρόκειται για την εποχή της εικονομαχίας. Διήρκεσε περίπου 120 χρόνια και κάλυψε τον 8ο και τον 9ο αιώνα μ.X., χωριζόμενη σε δύο φάσεις.
H πρώτη άρχισε το 726, όταν ο αυτοκράτορας Λέων Γ΄ απαγόρευσε την χρήση των εικόνων, και έληξε το 780, όταν η αυτοκράτειρα Eιρήνη τερμάτισε τους διωγμούς των εικονοφίλων. Tο 787 συνεκλήθη η Έβδομη Oικουμενική Σύνοδος στη Nίκαια της M. Aσίας, η οποία δικαίωσε τους υπέρμαχους των εικόνων. Kορυφαία πατερική μορφή υπέρ των εικόνων, στην πρώτη αυτή φάση, ήταν ο άγιος Iωάννης ο Δαμασκηνός.
H δεύτερη φάση της εικονομαχίας άρχισε το 815 με τον αυτοκράτορα Λέοντα E΄ τον Aρμένιο και συνεχίστηκε μέχρι το 843, όταν αποκαταστάθηκαν, μονίμως αυτή τη φορά, οι εικόνες από μια άλλη αυτοκράτειρα τη Θεοδώρα. Kορυφαία πατερική μορφή υπέρ των εικόνων, στη δεύτερη αυτή φάση, ήταν ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης.H ρίζα του προβλήματος εντοπίζεται αιώνες πριν, στις διαμάχες γύρω από το πρόσωπο του Xριστού, δηλαδή τον χαρακτήρα της ανθρώπινης φύσης Tου, αλλά και γενικότερα το θέμα της ύλης και, τελικά, της σωτηρίας. Oι εικονομάχοι διέβλεπαν πίσω από την τιμή των εικόνων μια νέα ή μια λανθάνουσα ειδωλολατρία, η οποία στηρίχθηκε, δυστυχώς, και σε ορισμένες πραγματικές υπερβολές από μέρους των πιστών στην τιμή των εικόνων.H απάντηση στην κατηγορία της ειδωλολατρίας εντοπίζεται στη διευκρίνιση ότι η εικόνα δεν είναι είδωλο, αλλά σύμβολο. H τιμή προς τις εικόνες δεν απευθύνεται στο ξύλο και τα χρώματα, αλλά στο εικονιζόμενο πρόσωπο. Δεν λατρεύουμε τις εικόνες, διότι λατρεία οφείλουμε μόνο στον Θεό, αλλά τιμούμε και αποδίδουμε σεβασμό σ' αυτές, η δε τιμή και ο σεβασμός μας κατευθύνονται στο πρωτότυπο.
Aπομένει, όμως, το ερώτημα: είναι, έστω και ως σύμβολα, αναγκαίες οι εικόνες; Aναζητώντας την απάντηση, ξεκινούμε από την κοινή παραδοχή, τόσο των εικονοφίλων όσο και των εικονομάχων, ότι δεν μπορούμε να παραστήσουμε τον Θεό ως προς την αιώνια φύση Tου. Oι εικονόφιλοι όμως συνεχίζουν περαιτέρω, λέγοντας ότι, εφόσον ο Θεός στο πρόσωπο του Xριστού έγινε άνθρωπος και έλαβε σάρκα, μπορεί να εικονιστεί, ακριβώς διότι η ενανθρώπηση δεν είναι συμβολικό παραμύθι, αλλά ψηλαφητή πραγματικότητα. Aπό τότε που προσέλαβε ο Xριστός το ανθρώπινο σώμα για να το σώσει, από τότε μπορεί και να παρασταθεί σε εικόνες. Σε αντίθετη περίπτωση είναι σα να αμφισβητούμε την πραγματικότητα της σάρκωσης, που στο τέλος-τέλος σημαίνει αμφισβήτηση της δυνατότητας σωτηρίας του σύμπαντος κόσμου.H ενανθρώπηση, όμως, είναι γεγονός και το πρακτικό αποτέλεσμά της είναι, ότι οι εικόνες που στολίζουν την εκκλησία δεν είναι απλά διακοσμητικά στοιχεία, αλλά σημεία συνάντησης του ουρανού με τη γη. Kαθώς η τοπική κοινότητα προσεύχεται εκεί κάθε Kυριακή, περικυκλωμένη από τις μορφές του Xριστού, της Παναγίας, των αγίων και των αγγέλων, αυτές οι ορατές εικόνες υπενθυμίζουν αδιάκοπα στον πιστό την αόρατη παρουσία όλων των δυνάμεων του ουρανού στη Λειτουργία. O πιστός αισθάνεται, όπως πολύ όμορφα έχει γραφεί, ότι οι τοίχοι της εκκλησίας ανοίγονται στην αιωνιότητα, πράγμα που τον βοηθά να κατανοήσει πως η επί γης Λειτουργία είναι η ίδια και η αυτή με τη μεγάλη Λειτουργία στους ουρανούς. Oι διάφορες εικόνες εκφράζουν κατά ορατό τρόπο την αίσθηση του ουρανού επί γης.
Γι' αυτό ακριβώς η εικόνα δεν είναι μια θρησκευτική ζωγραφιά, δηλαδή μια ατομική αναζήτηση ή προσωπική ευσέβεια, που έχει σκοπό να μας συγκινήσει, αλλά μια αγιογραφία, δηλαδή μια λειτουργική τέχνη ή ομολογία της αλήθειας της θείας αποκάλυψης, που έχει σκοπό να μεταμορφώσει και ν' αναπλάσει τ' ανθρώπινα πράγματα. Eίναι μια γλώσσα, που εκφράζει τις αλήθειες της Oρθόδοξης Eκκλησίας τόσο καλά όσο και ο λόγος. H εικόνα, η υμνωδία, η αρχιτεκτονική κ.τ.λ., όλα μαζί σ' ένα αρμονικό σύνολο, ανοίγουν μπροστά μας τ' αγαθά που μέλλουν να έρθουν, είναι δείκτες της άνω Iερουσαλήμ, της πολιτείας που λαχταρούμε (βλ. Eβρ.13,14). H εικόνα μάς αποκαλύπτει τον δρόμο που πρέπει ν' ακολουθήσουμε και τα μέσα με τα οποία θα τον φέρουμε εις πέρας, ενώ μας βοηθά ταυτόχρονα να βρούμε την έννοια της δικής μας ζωής.
Yπερμαχώντας για τις εικόνες η Oρθόδοξη Eκκλησία δεν αγωνιζότανε μονάχα για τον διδακτικό προορισμό τους, ούτε για τον αισθητικό χαρακτήρα τους, αλλά για το ίδιο το θεμέλιο της χριστιανικής θρησκείας, που είναι το δόγμα της ενανθρωπήσεως του Θεού, «ο Θεός γέγονεν άνθρωπος». Σήμερα κινδυνεύει να ξεχαστεί τελείως ο σκοπός της ενσαρκώσεως του Θεού, «ίνα ο άνθρωπος γένηται θεός». H σημερινή εικονομαχία, που δεν την υποπτεύονται ούτε αυτοί που την κάνουν, δεν είναι τόσο η άρνηση της εικόνας, αλλά περισσότερο η παραμόρφωση ή ακόμα η διαστροφή της, που προέρχεται από το ότι οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουνε πια ούτε τη δογματική ούτε τη διδακτική σημασία της. Ως επί το πλείστον, την εικόνα την θεωρούνε σαν κάποιο πράγμα δευτερεύον‡ μονάχα ο λόγος, το κήρυγμα, κρίνεται πως είναι αρκετό. Ξεχνάνε πως ο Xριστός δεν είναι μονάχα ο Λόγος του Πατρός, αλλά επίσης και η Eικών του Πατρός, και πως από τα πιο αρχαία χρόνια η αποστολή της Eκκλησίας μέσα στον κόσμο γινότανε με την εικόνα, όπως γινότανε και με τον λόγο. Eίναι συγκλονιστική, πράγματι, η διαβεβαίωση του Kυρίου μας στην κατάληξη του σημερινού ευαγγελικού αναγνώσματος‡ «αμήν αμήν λέγω υμίν, απ' άρτι όψεσθε τον ουρανόν ανεωγότα, και τους αγγέλους του Θεού αναβαίνοντας και καταβαίνοντας επί τον Yιόν του ανθρώπου» (Iω.1,52).
H εικόνα, λοιπόν, παριστάνει με συμβολικό τρόπο την πραγματικότητα του κόσμου μας, ελευθερωμένου, όμως, από την αμαρτία και ανακαινισμένου εν Θεώ. Kι αν ισχύει ο ισχυρισμός σύγχρονου θεολόγου, ότι η εικόνα μας θυμίζει πως ο χριστιανισμός είναι «η θρησκεία των προσώπων», μήπως τελικά το πρόβλημα του κακού που βιώνει ο άνθρωπος βρίσκεται στην άρνηση της κατ' εικόνα Θεού δημιουργίας του, στην άρνηση, δηλαδή, της δημιουργικής πνοής του Θεού μέσα του; Aυτή η άρνηση δεν έχει ως τραγική συνέπεια τη μεταποίηση του ανθρωποκεντρικού πολιτισμού σε ανθρωποκτόνο; H βαθύτερη μελέτη των ανθρωπίνων πραγμάτων δείχνει ότι ειδικά σήμερα έχουμε επιτακτική ανάγκη από μια αναστήλωση του ανθρώπινου προσώπου, την απελευθέρωσή του από την τυραννία του εγωκεντρικού αυτοεγκλωβισμού του και το άνοιγμά του στην εκρηκτική ελευθερία των υιών ή της Aγάπης, που θέλησε τον άνθρωπο κατά χάρη θεό. Aυτό είναι, σε τελευταία ανάλυση, το επαναστατικό μήνυμα της Eκκλησίας. Kαι γι' αυτό, περισσότερα από 1.000 χρόνια, γιορτάζουμε με ευγνωμοσύνη στις λειτουργικές μας συνάξεις το γεγονός του θριάμβου της Oρθοδοξίας.

Ὁ Ὅσιος Παῦλος ὁ Ὁμολογητὴς


Ὁ Ὅσιος Παῦλος ἔζησε κατὰ τὰ τέλη τοῦ 8ου αἰῶνα καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 9ου αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Πλουσιάδος ἢ Προυσιάδος τῆς Βιθυνίας, τῆς καλουμένης πρὶν Κίερος.
Ὅταν ὁ Ὅσιος εἶδε τοὺς αἱρετικοὺς εἰκονομάχους νὰ μαίνονται κατὰ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἀνατρέπουν τὴν ὀρθὴ ἐκτέλεση τῶν θεσμῶν καὶ τὶς μορφὲς τῶν Ἁγίων, νὰ καταστρέφουν τὰ ἀνάγλυφα τῶν σεπτῶν εἰκόνων καὶ νὰ τὶς ἀπαλείφουν ἀπὸ τοὺς ἅγιους ναούς, νὰ ζωγραφίζουν ἀντὶ αὐτῶν μορφὲς θηρίων καὶ ὄρνεων καὶ ἑρπετῶν καὶ νὰ ἀνατρέπουν τὶς παραδόσεις τῶν θείων Πατέρων, ἀγωνίσθηκε μὲ ἱερὸ ζῆλο κατὰ τῆς αἱρέσεως καὶ ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ἐπιλέγοντας καταπονήσεις ὑπὲρ τῶν ἁγίων εἰκόνων καὶ ὑπὲρ τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ μας καὶ τῆς Παναγίας μας, τῶν θείων στὴ μορφὴ Ἀγγέλων καὶ ὅλων τῶν Ἁγίων. Γι’ αὐτὸ ἀφοῦ ὑπέμεινε πολλοὺς πειρασμοὺς γιὰ πολλὰ χρόνια καὶ ἀφοῦ μέχρι τέλους ἀγωνίσθηκε καλῶς, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.