Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011

Toυ Αγίου Πνεύματος

«....Καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον, τὸ κύριον καὶ ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ πατρὸς ἐκπορευόμενον, τὸ σὺν πατρὶ καὶ υἱῷ συμπροσκυνούμενον καὶ συνδοξαζόμενον, τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν προφητῶν....»
Την Δευτέρα μετά την Πεντηκοστή, η Εκκλησία μας εορτάζει το Άγιο Πνεύμα. Το Άγιο Πνεύμα είναι το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, το οποίο εκπορεύεται εκ του Πατρός. Είναι ομοούσιο με τα πρόσωπα του Πατρός και του Υιού και κατά το Σύμβολο της Πίστεως «συνπροσκυνείται και συνδοξάζεται» με τον Πατέρα και με τον Υιό, ίσο κατά τη λατρεία και την τιμή.

Τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος

Μεγάλα είναι και ξεπερνούν την ανθρώπινη λογική τα χαρίσματα που μάς δώρισε σήμερα ο φιλάνθρωπος Θεός. Γι’ αυτό ας χαρούμε όλοι μαζί και σκιρτώντας από αγαλλίαση ας ανυμνήσουμε τον Κύριό μας. Γιατί η σημερινή ημέρα είναι για μάς εορτή και πανηγύρι.Όπως δηλαδή διαδέχονται η μια την άλλη οι εποχές και οι κινήσεις του ήλιου, έτσι ακριβώς και στην Εκκλησία η μία εορτή διαδέχεται την άλλη και με τον τρόπο αυτό απ’ τη μια πηγαίνουμε στην άλλη. Πριν από λίγο καιρό εορτάσαμε τον σταυρό, το πάθος και την Ανάσταση, και ύστερα από αυτά την Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού στους ουρανούς. Σήμερα φθάσαμε στην κορυφή των αγαθών, σ’ αυτήν την κορωνίδα των εορτών, βρισκόμαστε πια στην πραγματοποίηση των επαγγελιών του Κυρίου. «Γιατί αν φύγω –λέει- θα σάς στείλω άλλον Παράκλητο, και δεν θα σάς αφήσω ορφανούς». (Ιωάν. 16,6). Βλέπετε το πατρικό Του ενδιαφέρον; Βλέπετε την ανέκφραστη φιλανθρωπία Του; Πριν λίγες ημέρες ανελήφθη στον ουρανό, κάθισε στον βασιλικό θρόνο, στα δεξιά του Πατρός, και σήμερα μάς στέλνει ως δώρο τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και μ’ αυτόν τον τρόπο μάς χορηγεί άπειρα ουράνια αγαθά. Γιατί, πες μου, ποιο από τα αγαθά που συμβάλλουν στη σωτηρία μας δεν μάς δόθηκε από το Άγιο Πνεύμα;
Με τη χάρη Του απαλλασσόμαστε απ’ τη δουλεία του διαβόλου, καλούμαστε στην ελευθερία του Χριστού, οδηγούμαστε στην ουράνια υιοθεσία, αναγεννιόμαστε απ’ την αρχή και ξεφορτωνόμαστε το βαρύ και δυσβάστακτο φορτίο των αμαρτιών μας. Με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος βλέπουμε να υπάρχουν τόσοι ιερείς κι έχουμε τάγματα διδασκάλων της Εκκλησίας. Απ’ την πηγή αυτή πήγασαν πλούτη προφητειών και χαρίσματα ιάσεων και όλα τα άλλα που συνήθως στολίζουν την Εκκλησία του Θεού από το Άγιο Πνεύμα προέρχονται. Και φωνάζει ο Παύλος και λέει: «Για όλα αυτά τα χαρίσματα ενεργεί το ένα και μοναδικό Πνεύμα, που τα μοιράζει όπως θέλει στον καθένα χωριστά» (Α’ Κορ. 12,11).
«Όπως θέλει», λέει, όχι όπως έχει διαταχθεί. «Μοιράζει», και δεν μοιράζεται. Έχει εξουσία, και δεν εξουσιάζεται. Γιατί ο Παύλος λέει πως έχει και το Άγιο Πνεύμα την ίδια εξουσία, που έχει και ο Πατήρ. Κι όπως είπε για τον Πατέρα «ο Θεός είναι εκείνος που ενεργεί παντού και πάντα» (Α’ Κορ. 12,6), έτσι λέει και για το Άγιο Πνεύμα «για όλα αυτά τα χαρίσματα ενεργεί το ένα και μοναδικό Πνεύμα, που τα μοιράζει όπως θέλει στον καθένα χωριστά». Είδες τέλεια εξουσία που έχει; Γιατί όσα πρόσωπα έχουν την ίδια φύση και ουσία είναι φανερό ότι έχουν και την ίδια εξουσία, και όσα έχουν την ίδια αξία, σ’ αυτά μία είναι η δύναμη και η εξουσία.
Χάρη στη δύναμη του Αγίου Πνεύματος απαλλαχτήκαμε από τις αμαρτίες, μ’ αυτήν ξεπλύναμε την ψυχή μας από κάθε ρύπο. Με τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος, ενώ ήμασταν άνθρωποι, γίναμε άγγελοι, όσοι βέβαια θελήσαμε να μάς βοηθήσει η χάρη Του, χωρίς να αλλάξει η φύση μας, αλλά, κι αυτό είναι το πιο αξιοθαύμαστο, διατηρήσαμε την ανθρώπινη φύση μας και μ’ αυτή επιδείξαμε αγγελική συμπεριφορά. Τόσο μεγάλη είναι λοιπόν η δύναμη του Αγίου Πνεύματος! Και όπως η πραγματική φωτιά όταν δεχτεί τον μαλακό πηλό τον καθιστά σκληρό κεραμίδι, έτσι ακριβώς και η φωτιά του Αγίου Πνεύματος, όταν δεχτεί μια ψυχή συνετή, ακόμη κι αν τη βρει πιο μαλακή κι απ’ τον πηλό, την κάνει πιο γερή κι απ’ το σίδερο. Και κάνει ξαφνικά πιο καθαρό απ’ τον ήλιο εκείνον που έως τώρα ήταν μολυσμένος απ’ την ακαθαρσία των αμαρτιών.[...]
«Με τη δύναμη του ονόματος του Κυρίου Ιησού Χριστού», λέει, «και με τη χάρη του Πνεύματος του Θεού μας». Είδες, αγαπητέ, τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος; Είδες ότι το Άγιο Πνεύμα, εξαφάνισε όλες αυτές τις κακίες, και ότι εκείνους που ήταν προηγουμένως υποδουλωμένοι στις αμαρτίες τους, τους ανέβασε ξαφνικά σε τόσο υψηλές τιμές;

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Κοντάκιον
Ήχος πλ. δ'.
Ότε καταβάς τας γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν έθνη ο Ύψιστος· ότε του πυρός τας γλώσσας διένειμε, εις ενότητα πάντας εκάλεσε· και συμφώνως δοξάζομεν το Πανάγιον Πνεύμα

Τι να ζητάμε

Να ζητάμε στην προσευχή μόνο τη σωτηρία της ψυχής μας.

Δεν είπε ο Κύριος:

«Ζητείτε δε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού... και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν»;
Εύκολα, ευκολότατα ο Χριστός μπορεί να μας δώσει ό,τι επιθυμούμε.
Και κοιτάξτε το μυστικό.
Το μυστικό είναι να μην το έχετε στο νου σας καθόλου να ζητήσετε το συγκεκριμένο πράγμα.
Το μυστικό είναι να ζητάτε την ένωσή σας με τον Χριστό ανιδιοτελώς, χωρίς να λέτε, «δώσ' μου τούτο, εκείνο...».
Είναι αρκετό να λέμε, «Κύριε Ιησού, ελέησόν με».
Δεν χρειάζεται ο Θεός ενημέρωση από μας για τις διάφορες ανάγκες μας.
Εκείνος τα γνωρίζει όλα ασυγκρίτως καλύτερα από εμάς και μας παρέχει την αγάπη Του.
Το θέμα είναι ν' ανταποκριθούμε σ' αυτή την αγάπη με την προσευχή και την τήρηση των εντολών Του.
Να ζητάμε να γίνει το θέλημα του Θεού" αυτό είναι το πιο συμφέρον, το πιο ασφαλές για μας και για όσους προσευχόμαστε.
Ο Χριστός θα μας τα δώσει όλα πλούσια.

Κυριακή 12 Ιουνίου 2011

Η Κυριακή της Πεντηκοστής

«Τη αυτή ημέρα, Κυριακή ογδόη από του Πάσχα, την αγίαν Πεντηκοστήν εορτάζομεν. Πνοή βιαία γλωσσοπυρσεύτως νέμει, Χριστός το θείον Πνεύμα τοις Αποστόλοις. Εκκέχυται μεγάλω ενί ήματι Πνεύμ' αλιεύσι. Ταις των αγίων Αποστόλων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον ημάς. Αμήν»
Μετά την Ανάληψη του Κυρίου στους ουρανούς, οι Απόστολοι και οι υπόλοιποι μαθητές του, καθώς και οι γυναίκες που από την αρχή τον είχαν ακολουθήσει, η Παναγία Παρθένος Μαρία η Μητέρα του, περίπου 120 άτομα, γύρισαν στο όρος των Ελαιών στην Ιερουσαλήμ και, μπαίνοντας στο υπερώο, δηλαδή στον πάνω όροφο του σπιτιού εκεί, περίμεναν με προσευχή την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, σύμφωνα με την υπόσχεση του Σωτήρα Χριστού. Στο μεταξύ εκεί, εξέλεξαν και τον Ματθία και τον συναρίθμησαν με τους ένδεκα Αποστόλους.
Τότε αυτοί πληρωθέντες από το Πνεύμα το Άγιο, άρχισαν να κηρύττουν και να καλούν τους ανθρώπους να βαπτισθούν και να λάβουν κι αυτοί την χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ό,τι είχαν ακούσει και ζήσει κοντά στο Χριστό και δεν το είχαν τότε κατανοήσει, τώρα εν Αγίω Πνεύματι το γνώρισαν και το επαγγέλλονται στο λαό.
Τώρα γνωρίζουν ποια είναι η προοπτική της καινής ζωής και που πρέπει να οδηγήσουν το λαό, γι’ αυτό και τους πρώτους τρεις χιλιάδες που βαπτίστηκαν, τους οδηγούν στο Δείπνο της Ζωής, την Τράπεζα της Θείας Ευχαριστίας, όπου στο εξής θα βρίσκεται συναγμένη η Εκκλησία ως σώμα Χριστού, θα τρέφεται με το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου και θα συμμετέχει έτσι στην αιώνια ζωή της Βασιλείας του Θεού.
Με την Πεντηκοστή δεν γεννήθηκε η Εκκλησία ως απλός θεσμός, αλλά ως συνεχής παρουσία της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, και γι’ αυτό η Πεντηκοστή δεν είναι ένα γεγονός που συνέβη μια φορά κάποτε, αλλά είναι η ζωή της Εκκλησίας, ως αδιάκοπη κοινωνία του Αγίου Πνεύματος.
Η Πεντηκοστή, αποτελεί τη γενέθλια ημέρα της Εκκλησίας.

Ἀπολυτίκιον
Ευλογητός ει, Χριστέ ο Θεός ημών, ο πανσόφους τους αλιείς αναδείξας, καταπέμψας αυτοίς το Πνεύμα το άγιον, και δι' αυτών την οικουμένην σαγηνεύσας, φιλάνθρωπε, δόξα σοι.

Η Σιωπή της ψυχής.......



Όποιος δεν άκουσε την σιωπή σου,
δεν θα καταλάβει ποτέ τα λόγια σου.

Όταν μιλάς δυνατά απλά σε ακούν,
όταν μιλάς σιγανά σε προσέχουν......

Συγνώμη...λέξη με άρωμα παραδείσου


Πές μου υπάρχει ευκολότερο πράγμα από το να συγχωρήσουμε αυτόν που μας λύπησε;

Θα πρέπει να ντρέπεσαι που παραμένεις στο πάθος της μνησικακίας και περιμένεις να έρθει πρώτος για συμφιλίωση εκείνος που σε λύπησε. Διότι αυτό είναι ντροπή και όνειδος και ζημιά πολύ μεγάλη. Και πρέπει πρώτα να ξέρεις ότι εκείνος που θα πάει πρώτος να ζητήσει συγνώμη, εκείνος θα έχει τη μέγιστη ευλογία. Διότι αν αφήσεις την οργή, επειδη σε παρακάλεσε ο άλλος, σ'εκείνον υπολογίζεται η αρετή. Και αυτό συμβαίνει επειδή εσύ δεν τήρησες την εντολή από σεβασμό προς τον Θεό, αλλά χαρίστηκες σ'αυτόν που σε παρακάλεσε και το έκανες. Αν όμως από δική σου απόφαση, χωρίς να έλθει εκείνος που σε λύπησε να σε παρακαλέσει, μόνος σου εσύ αν τρέξεις πρώτος προς αυτόν - πετώντας από πάνω σου όλο το βάρος της οργής και αφήνοντας κατα μέρος τη ντροπή και το δισταγμό- κα συμφιλιωθείς μαζί του, τότε ολόκληρο το κατόρθωμα γίνεται δικό σου και θα λάβεις όλο το μισθό και την ευλογία.

"Αφες ημιν τα οφειληματα ημών , ως και ημεις αφίεμεν τοις οφειλεταις ημων"

Υπάρχει κάτι πιο γαλήνιο απ'αυτό; Υπάρχει τίποτε πιο ήρεμο απ'αυτό το πρόσταγμα; Εσένα τον ίδιο έκανε κριτη της συγχωρήσεως των αμαρτημάτων σου. Αν συγχωρέσεις λίγα, τότε λίγα θα σου συγχωρεθούν. Αν συγχωρέσεις πολλά, πολλά θα σου συγχωρεθούν. Αν συγχωρήσεις τον άλλο ειλικρινά και από την καρδιά σου, κατά τον ίδιο τρόπο θα συγχωρήσει και ο Θεός εσένα. Αν με τη συγχώρεση κάνεις φίλο τον αδελφό, έτσι φιλικά θα διέκειται ο Θεός και προς εσένα. Ώστε, όσο πιο πολύ αμάρτησε ο αδελφός προς εμάς, με τόση μεγαλύτερη προθυμία πρέπει να σπεύσουμε να τον συγχωρούμε, επειδή μ'αυτό τον τρόπο γίνεται αίτιος για μας να συγχωρεθούν τα μεγάλα μας αμαρτήματα

Αγάπα με την ψυχή σου


Πρέπει να αγαπάμε μέσα από την ψυχή μας κάθε άνθρωπο, αλλά να έχουμε αναθέσει τις ελπίδες μας μόνο στον Θεό και με όλη τη δύναμή μας μόνο στον Θεόν και με όλη τη δύναμή μας αυτόν υπηρετούμε.
Γιατί εφ'όσον ο Θεός μας συντηρεί, και οι φίλοι όλοι  θα μας προστατεύουν, οπότε οι εχθροί όλοι θα είναι ανίσχυροι απέναντί μας.
Όταν όμως ο Θεός μας εγκατελείπει, τότε όλοι οι φίλοι μας αποστρέφονται και οι εχθροί μας γίνονται ισχυρότεροί μας.

Σάββατο 11 Ιουνίου 2011

Ψυχοσάββατο

Το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής, λέγεται - «Σάββατο των Ψυχών» ή Ψυχοσάββατο. Είναι το δεύτερο από τα δύο Ψυχοσάββατα του έτους (το πρώτο επιτελείται το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω). Ο λόγος που το καθιέρωσε η Εκκλησία μας, παρ' ότι κάθε Σάββατο είναι αφιερωμένο στους κεκοιμημένους, είναι ο εξής: Επειδή πολλοί κατά καιρούς απέθαναν μικροί ή στην ξενιτιά ή στη θάλασσα ή στα όρη και τους κρημνούς ή και μερικοί, λόγω πτώχειας, δεν αξιώθηκαν των διατεταγμένων μνημοσυνών, «οι θείοι Πατέρες φιλανθρώπως κινούμενοι θέσπισαν το μνημόσυνο αυτό υπέρ πάντων των άπ' αιώνος εύσεβώς τελευτησάντων Χριστιανών».

Πρακτικές πνευματικές συμβουλές

Γέρων Μακάριος της Όπτινα
Ό,τι κι αν μας συμβούλευε ο γέροντας Μακάριος, πάντοτε τοποθετούσε την ταπείνωση στην πρώτη γραμμή των συμβουλών του. Aπό αυτήν την αρετή παρήγαγε όλες τις επόμενες αρετές που συναποτελούν το ήθος του αληθινού Χριστιανού. Αυτή είναι η ουσία των μαθημάτων, που ο γ. Μακάριος δίδαξε σε όλους, όσοι διψούσαν για τις εντολές και την καθοδήγησή του:

να εξετάζεις τη συνείδησή σου,
να πολεμάς συνεχώς με τα πάθη σου,
να καθαρίζεις την ψυχή σου από τις αμαρτίες,
να αγαπάς το Θεό εν απλότητι καρδίας,
να πιστέυεις σ' αυτόν χωρίς υπολογισμούς,
να έχεις ακατάπαυστα ενώπιόν σου το απεριόριστο έλεός του, και με όλη τη δύναμη της ψυχής σου να Τον δοξάζεις και να Τον ευλογείς σε όλες τις δυσάρεστες περιστάσεις της ζωής,
να αναζητάς τη δική σου ενοχή, και να συγχωρείς κάθε παράπτωμα του διπλανού σου εναντίον σου, ούτως ώστε να αποσπάσεις το έλεος του Θεού για τις δικές σου αμαρτίες,
να προσπαθείς να θεμελιώσεις μέσα σου την αγάπη για το διπλανό σου,
να περισώζεις την ειρήνη και την ηρεμία στην οικογένεια και τους γνωστούς σου,
να θυμάσαι πιο συχνά τις εντολές του Θεού και να προσπαθείς να τις εκπληρώσεις, καθώς επίσης και τους κανόνες της Εκκλησίας,
όσο είναι δυνατόν, να πηγαίνεις για εξομολόγηση και να μετέχεις των Θείων Μυστηρίων αρκετές φορές το χρόνο,
να τηρείς και τις τέσσερις περιόδους νηστείας, καθώς και τις Τετάρτες και τις Παρασκευές,
να παρακολουθείς τις ακολουθίες και τη Θεία Λειτουργία σε κάθε εορτή,
να λες πρωινές και βραδινές προσευχές και ακόμη μερικούς ψαλμούς κάθε μέρα, και, αν το επιτρέπει ο χρόνος, να διαβάζεις ένα κεφάλαιο από τα Ευαγγέλια και τις Επιστολές των Αποστόλων,
να προσεύχεσαι κάθε πρωί και βράδυ για την ανάπαυση των κεκοιμημένων και τη σωτηρίου των ζωντανών
Αν, για οποιεσδήποτε συνθήκες, δεν μπορείς να εκπληρώσει αυτά τα καθήκοντα, τότε να επιτιμήσεις τον εαυτό σου ώστε να μετανοήσεις ειλικρινά, και να πάρεις σταθερή απόφαση να μην αποτύχεις ξανά στο μέλλον. Προσευχήσου ακόμη για εκείνους για τους οποίους έχεις κάποια κακή επιθυμία, γιατί αυτός είναι ο σιγουρότερος τρόπος για την εν χριστώ συμφιλίωση.

Όταν προσεύχεσαι για τους άλλους

Όταν συγκινείσαι από τα βάσανα και την ψυχική ταλαιπωρία των άλλων και παρακινείσαι να κάνεις προσευχή γι' αυτούς με "καρδίαν συντετριμμένην" ,να ζητάς να τους ελεήσει ο Θεός και να συγχωρήσει τις αμαρτίες τους,όπως θα προσευχόσουν και για τις δικές σου αμαρτίες. Δηλαδή να δέεσαι στο Θεό με δάκρυα. Να προσευχηθείς για τη σωτηρία τους όπως θα προσευχόσουν για τη δική σου σωτηρία.Αν το κατορθώσεις αυτό και το συνηθίσεις, θα λάβεις από το Θεό πολλά πνευματικά χαρίσματα, τα δώρα του Αγίου Πνεύματος, που αγαπά την ψυχή και θέλει τη σωτηρία των άλλων. Το ίδιο το Αγίο Πνεύμα θέλει να μας σώσει με κάθε δυνατό τρόπο,αρκεί εμείς να μην Του εναντιωθούμε, να μη σκληρύνουμε τις καρδιές μας. " Το Πνεύμα υπερεντυγχάνει υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις ".
( Ρωμ. η'26 )

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2011

Οι Άγιοι Αλέξανδρος και Αντωνίνα



Εὕρατο Ἀλέξανδρος ἅμ' Ἀντωνίνῃ
Τὸν βόθρον ἀκάτιον εἰς τρυφὴν φέρον.
Τῇ δεκάτῃ μόρον Ἀντωνῖνα ἐμπυρόπισσον.


Η Αγία μάρτυς Αντωνίνα, ήταν μία χριστιανή παρθένος, η οποία αποτελούσε ένα τηλαυγή αστέρα της κωμόπολης Καρδάμου (ή Kροδάμου), όπου και γεννήθηκε. Προικισμένη με εξωτερική και εσωτερική ομορφιά, ζούσε με εγκράτεια, σεμνότητα και άσκησε και έθεσε όλες τις δυνάμεις και τις οικονομίες της, στη διακονία, την περίθαλψη και ανακούφιση των πτωχών και δυστυχισμένων συνανθρώπων της. Η χριστιανική της διαγωγή και συμπεριφορά, καταγγέλθηκε στον έπαρχο Φύστο, ο οποίος τη συνέλαβε και την ανέκρινε. Η Αντωνίνα με ακατάβλητο φρόνημα και θεία υπερηφάνεια, ομολόγησε την πίστη της στο Χριστό και κάλεσε και τον Έπαρχο να μετανοήσει και να βαπτισθεί χριστιανός. Απογοητευμένος ο έπαρχος, επειδή όλες του οι προσπάθειες έπεφταν στο κενό και γνωρίζοντας ότι η Αγία έδιδε μεγάλη βαρύτητα στην παρθενική της τιμή, διέταξε να την ρίξουν σε κάποιο πορνείο. Η θερμή προσευχή της παρθένου, προκάλεσε τρομερό σεισμό στο σπίτι αυτό με αποτέλεσμα οι ίδιες οι γυναίκες να την διώξουν απ' αυτό. Ο Φύστος την συνέλαβε ξανά και την έριξε σε κάποιο άλλο καταφύγιο. Κάποιος όμως χριστιανός ονόματι Αλέξανδρος, επισκέφθηκε το πορνείο και τη φυγάδευσε δανείζοντάς της τα δικά του ρούχα. Έξαλλος ο Φύστος όταν πληροφορήθηκε το γεγονός διέταξε την άμεση σύλληψή τους. Μετά την απολογία τους διέταξε το σκληρό βασανισμό τους. Και όντως αφού τους ακρωτηρίασαν, τους άλειψαν με πίσσα και έριξαν τα σώματά τους στη φωτιά, χαρίζοντάς τους και στεφάνους του μαρτυρίου. Ήταν το έτος 313 μ.Χ.
Η σύναξη τους τελείται στο μοναστήρι του Μαξιμίνου, που βρίσκεται στην Kωνσταντινούπολη, όπου βρίσκονται και τα τίμια λείψανα τους.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Οἱ Μάρτυρες σου Κύριε, ἐν τῇ ἀθλήσει αὐτῶν, τὸ στέφος ἐκομίσαντο τῆς ἀφθαρσίας, ἐκ σοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· σχόντες γὰρ τὴν ἰσχύν σου, τοὺς τυράννους καθεῖλον· ἔθραυσαν καὶ δαιμόνων τὰ ἀνίσχυρα θράση. Αὐτῶν ταῖς ἱκεσίαις Χριστὲ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ξυνωρὶς ἡ ἁγία τῶν Μαρτύρων ὑμνείσθω μοί, σὺν τῷ εὐκλεεῖ Ἀλεξάνδρω, Ἀντωνίνα ἡ πάνσεμνος· ἀγάπη γὰρ καὶ πίστει εὐσεβεῖ, ἐκλάμψαντες ἐν ἄθλοις ἱεροίς, ἰαμάτων ἐφαπλούσι μαρμαρυγᾶς, τοὶς ποθῶ ἀνακράζουσα δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι δι' ὑμῶν, πάσιν ἰάματα

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τῶν Μαρτύρων ἔλαμψεν, ἡ ἀξιέπαινος μνήμη, ἦν πιστοί τελέσωμεν, καὶ ἀνυμνήσωμεν πιστῶς, ἐν ἐπὶ γνώσει κραυγάζοντες, Σὺ τῶν Μαρτύρων, Χριστὲ τὸ κραταίωμα.

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011

Τι είναι Αγάπη........;;;;;;;


΄
Ρώτησα ένα λουλούδι,
ένα πουλί και έναν άνθρωπο τι είναι η αγάπη,
και το λουλούδι άνθισε,
το πουλί κελάηδησε και ο άνθρωπος δάκρυσε.

Τί συμβολίζει ο "ΦΩΤΟΣΤΕΦΑΝΟΣ" στις αγιογραφίες;

Το φως στην διδασκαλία της ορθοδόξου πίστεώς μας κατέχει πρωτεύουσα θέση. Όχι βέβαια το φως το αισθητό, το κτιστό με όλα του τα γνωρίσματα τα φθαρτά και πεπερασμένα, αλλά το άκτιστό, και αΐδιο το Φώς το εκ Φωτός, όπως ομολογούμε στο σύμβολο της πίστεως. Ο Χριστός δηλαδή, που γνωρίζει τον εαυτό Του στους πιστούς ως φώς. Σ' εκείνους που δια της βιοτής τους αξιώθηκαν αυτής της θεοποιού θεωρίας του ακτίστου Φωτός.
Όλες οι εκκλησιαστικές τέχνες τονίζουν αυτή την αποκαλυπτική αλήθεια, ότι ο Θεός είναι φώς, και ως φως γνωρίζει τον εαυτό του στους θεουμένους.
Αυτό το φως στην ζωγραφική των εικόνων εκφράζεται ως φωτεινό στεφάνι γύρω από τις ιερές κεφαλές των εικονιζομένων προσώπων. Δηλώνει ότι ο άνθρωπος αυτός μετείχε από αυτή την ζωή της καθαρτικής, φωτιστικής, καί, θεοποιού ενεργείας του Τριαδικού Θεού.
Ο φωτοστέφανος, έχει καταγωγή ειδωλολατρική, και κληροδοτήθηκε αργότερα στην χριστιανική τέχνη. Τον συναντάμε στην Αίγυπτο, ως σύμβολο του ηλίου" κατόπιν και στον Βουδισμό, και από εκεί στην Ρώμη. Για παράδειγμα, φωτοστέφανος περιβάλλει την κεφαλή του αυτοκράτορος Τραϊανού στην αψίδα του Μ. Κωνσταντίνου. Αλλά και αργότερα, κυρίως απο τον ιβ' αιώνα σε πολλά αραβικά χειρόγραφα. Ενώ σε πολλές εικόνες της δύσης ο φωτοστέφανος είναι απαραίτητος να δηλώση την αγιότητα του εικονιζομένου προσώπου λόγω της κοσμικότητας που τα διακρίνει, στην ορθόδοξη ζωγραφική των εικόνων μπορούμε και από την όλη στάση του εικονιζομένου να καταλάβουμε την ιερότητά τους. Παρατηρούμε μάλιστα ότι σε πολλές εικόνες των παλαιοτέρων χριστιανικών παραστάσεων, όπως π.χ. στις τοιχογραφίες των κατακομβών, σε εικόνες του Χριστού και της Παναγίας ο φωτοστέφανος απουσιάζει εντελώς, καθώς επίσης και σε σαρκοφάγους του ιδ' αιώνος και σε ορισμένα ψηφιδωτά, όπως π.χ. στα ψηφιδωτά του τρούλου του αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης.
Όταν οι χριστιανοί άρχισαν να χρησιμοποιούν τον φωτοστέφανο τον έβαζαν, όπως φαίνεται, όχι μόνο ως διακριτικό των ιερών μορφών, αλλά και των σημαινόντων προσώπων, όπως π.χ. στην Santa Maria Maggiore, φωτοστέφανο έχει και ο Ηρώδης, και όπως στον άγιο Βιτάλιο, οι Ιουστινιανός και Θεοδώρα. Γενικότερα στο Βυζάντιο, φωτοστέφανο έχουν τα μέλη της βασιλικής αυλής.
Για την ορθόδοξη εικονογραφία ο φωτοστέφανος καθιερώθηκε ως σύμβολο της μεθέξεως του εικονιζομένου προσώπου με τον Θεό, την πηγή του φωτός.
Ο φωτοστέφανος τοποθετείται μόνο στο κεφάλι του αγίου και όχι σε όλο του το σώμα, διότι ο εγκέφαλος είναι το πολυτιμότερο όργανο στον άνθρωπο σ' αυτόν οδηγούν και από αυτόν πηγάζουν όλες οι αισθήσειςεκεί είναι το κέντρο της σκέψεως και της διανοίας. Τα πρόσωπα της εικόνας που διαπερνώνται από τούτο το άκτιστο φως μετέχουν μυστικά στην ζωή του Θεού, αφού κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης "διά τούτο τω φωτί, προσεγγίσασα η ψυχή φως γίνεται".
Στην Δύση ο πνευματικός χαρακτήρας του συμβόλου αυτού παρανοήθηκε εντελώς. Έλαβε την μορφή ελλειψοειδούς, κυκλικού στεφανιού, που σχεδιάζεται πάνω και πέρα από το κεφάλι των αγίων. Εικονίζεται ως ακτινοβολία που πηγάζει μέσα από την μορφή του εικονιζομένου αγίου" "Ψυχή η καταλαμφθείσα τελείως υπό του αρρήτου κάλλους της δόξης του φωτός του προσώπου του Χριστού, και κοινωνήσασα πνεύματι αγίω τελείως... όλη οφθαλμός, και όλη φώς, και όλη πρόσωπον", κατά τον άγιο Μακάριο τον μέγα.
Το χρώμα που χρησιμοποιείται συνήθως για τον φωτοστέφανο είναι χρυσό ή κίτρινο. Ο χρυσός κυρίως, αντιθέτως από τα άλλα χρώματα, δεν ζη από το φως διότι είναι φώς. Άλλωστε η παχύτητα της ύλης υπονοεί την απουσία φωτός, ενώ και η έντονη φωτεινότητα ελαφρώνει το βάρος και προκαλεί διαφάνεια.
Ο φωτοστέφανος μπορεί να κοσμείται με διάφορα σχήματα ή λουλούδια κ.λ.π., ενώ αυτόν του Χριστού τον συναντάμε σταυροφόρο, έχοντα μέσα του τα γράμματα Α-Ω ή αργότερα Ο-ΩΝ. Μπορούμε δε να τον συναντήσουμε και σε άλλους τύπους όπως, τετράγωνο ή τρίγωνο. Ο τετράγωνος έμπαινε συνήθως σε ιερά πρόσωπα που ήταν εν ζωή, για κάποιο ιερό έργο που επιτελούσαν. Τέτοιους φωτοστεφάνους συναντούμε στις κεφαλές των δύο κτητόρων που εικονίζονται εκατέρωθεν του αγ. Δημητρίου στον νότιο πεσσό του Ι. Βήματος του ομωνύμου ναού. Αλλά, και από τον ΙΓ' αιώνα εμφανίζεται στην Δύση σχεδιαζόμενος, κυρίως στην παράσταση της Αγίας Τριάδος ή να περικλείη τον "Παντεπόπτην Θείον Οφθαλμόν".
Ο φωτοστέφανος, λοιπόν, είναι εκείνο το σύμβολο που από την πρώτη του εμφάνιση δήλωνε κάτι ξεχωριστό και χρησιμοποιήθηκε από τους αγιογράφους για να δηλώση την θέωση και τον αγιασμό του εικονιζομένου προσώπου. Σ' αυτόν τον εκφαντορικό γνόφο, (κατά τον Αρεοπαγίτη άγιο Διονύσιο) ας αποβλέπουμε όλοι μας μετέχοντας στην καθαρτική, φωτιστική, θεοποιό ενέργεια της Παναγίας Τριάδος.

Περί καταλαλιάς

1. ΚΑΝΕΙΣ ΑΠΟ όσους σκέπτονται ορθά δεν θα έχη, νομίζω, αντίρρηση ότι η καταλαλιά γεννάται από το μίσος και την μνησικακία. Γι΄αυτό και την ετοποθετήσαμε στην σειρά της μετά τους προγόνους της. Καταλαλιά σημαίνει γέννημα του μίσους, ασθένεια λεπτή, αλλά και παχειά παχειά βδέλλα, κρυμμένη και αφανής, πού απορροφά και εξαφανίζει το αίμα της αγάπης. Σημαίνει υπόκρισις αγάπης, αιτία της ακαθαρσίας, αιτία του βάρους της καρδιάς, εξαφάνισις της αγνότητος.
2. Υπάρχουν κόρες που διαπράττουν αίσχη, χωρίς να κοκκινίζουν. Υπάρχουν και άλλες οι οποίες φαίνονται ντροπαλές, και όμως διαπράττουν, κρυφά, χειρότερα αίσχη από τις προηγούμενες. Κάτι παρόμοιο παρατηρούμε και στα πάθη της ατιμίας. Τέτοιες κόρες είναι η υποκρισία, η πονηρία, η λύπη, η μνησικακία, η εσωτερική καταλαλιά της καρδιάς. Άλλη εντύπωσι δημιουργούν εξωτερικά και άλλος είναι ο στόχος τους.
3. Άκουσα μερικούς να καταλαλούν και τους επέπληξα. Και για να δικαιολογηθούν οι εργάτες αυτοί του κακού μου απήντησαν ότι το έκαναν από αγάπη και ενδιαφέρον προς αυτόν που κατέκριναν. Εγώ τότε τους είπα να την αφήσουν αυτού του είδους την αγάπη, για να μη διαψευσθή εκείνος που είπε: «Τον καταλαλούντα λάθρα τον πλησίον αυτού, τούτον εξεδίωκον» (Ψαλμ. ρ΄ 5). Εάν ισχυρίζεσαι ότι αγαπάς τον άλλον, ας προσεύχεσαι μυστικά γι΄ αυτόν και άς μη τον κακολογής. Διότι αυτός ο τρόπος της αγάπης είναι ευπρόσδεκτος από τον Κύριον.
4. Επί πλέον άς μη λησμονής και τούτο, και έτσι οπωσδήποτε θα συνέλθης και θα παύσης να κρίνης αυτόν πού έσφαλε: Ο Ιούδας ανήκε στην χορεία των μαθητών, ενώ ο ληστής στην χορεία των φονέων. Και είναι άξιο θαυμασμού πώς μέσα σε μία στιγμή ο ένας επήρε την θέσι του άλλου!
5. Όποιος θέλει να νικήση το πνεύμα της καταλαλιάς, ας επιρρίπτη την κατηγορία όχι στον άνθρωπο που αμάρτησε, αλλά στον δαίμονα πού τον έσπρωξε στην αμαρτία. Διότι κανείς δεν θέλει να αμαρτήση στον Θεόν, μολονότι όλοι αυτοπροαίρετα αμαρτάνομε.
6. Είδα άνθρωπο πού φανερά αμάρτησε, αλλά μυστικά μετενόησε. Και αυτόν πού εγώ τον κατέκρινα ως ανήθικο, ο Θεός τον εθεωρούσε αγνό, διότι με την μετάνοιά του Τον είχε πλήρως εξευμενίσει.
7. Αυτόν που σου κατακρίνει τον πλησίον, ποτέ μη τον σεβασθής, αλλά μάλλον να του ειπής: «Σταμάτησε, αδελφέ. Εγώ καθημερινώς σφάλλω σε χειρότερα, και πώς μπορώ να κατακρίνω τον άλλον»; Έτσι θα έχης δύο οφέλη, με ένα φάρμακο θα θεραπεύσης και τον εαυτό σου και τον πλησίον.
8. Μία οδός, και μάλιστα από τις σύντομες πού οδηγούν στην άφεσι των πταισμάτων, είναι το να μη κρίνωμε, εφ΄ όσον είναι αληθινός ο λόγος του Κυρίου «μη κρίνετε, και ού μη κριθήτε» (Λουκ. στ΄ 37). Όπως δεν συμβιβάζεται η φωτιά με το νερό, έτσι και η κατάκρισις με εκείνον που αγαπά την μετάνοια.
9. Ακόμη και την ώρα του θανάτου του, αν ιδής κάποιον να αμαρτάνη, μήτε τότε να τον κατακρίνης. Διότι η απόφασις του Θεού είναι άγνωστη στους ανθρώπους. Μερικοί έπεσαν φανερά σε μεγάλα αμαρτήματα, κρυφά όμως έπραξαν πολύ μεγαλύτερα καλά. Έτσι εξαπατήθηκαν οι φιλοκατήγοροι, και εκείνο πού εκρατούσαν στα χέρια τους ήταν καπνός και όχι ήλιος.
10. Ας με ακούσετε, ας με ακούσετε όλοι εσείς οι κακοί κριταί των ξένων αμαρτιών. Εάν είναι αλήθεια, όπως και πράγματι είναι, ότι «έν ώ κρίματι κρίνετε, κριθήσεσθε» (Ματθ. ζ΄ 2), τότε ας είσθε βέβαιοι, ότι για όσα αμαρτήματα κατηγορήσαμε τον πλησίον είτε ψυχικά είτε σωματικά, θα περιπέσωμε σ΄αυτά. Και δεν είναι δυνατόν να γίνη διαφορετικά.
11. Όσοι είναι αυστηροί και σχολαστικοί κριταί των σφαλμάτων του άλλου, νικώνται από αυτό το πάθος, επειδή δεν απέκτησαν ακόμη για τα ιδικά τους αμαρτήματα ολοκληρωτική φροντίδα (γνώσι) και μνήμη. Διότι όποιος αφαιρέση «το περικάλυμμα της φιλαυτίας» και ιδή με ακρίβεια τα ιδικά του κακά, για τίποτε άλλο δεν θα φροντίση πλέον στην ζωή του, αναλογιζόμενος ότι ο χρόνος της ζωής του δεν του επαρκεί για να πενθήση τις ιδικές του αμαρτίες, έστω και αν θα εζούσε εκατό έτη, και αν θα έβλεπε ολόκληρο τον Ιορδάνη ποταμό να βγαίνη από τους οφθαλμούς του ως δάκρυ.
12. Περιεργάσθηκα καλά την κατάστασι του πένθους και δεν ευρήκα σ΄ αυτήν ίχνος καταλαλιάς ή κατακρίσεως.
13. Οι δαίμονες μας σπρώχνουν πιεστικά ή στο να αμαρτήσωμε ή, αν δεν αμαρτήσωμε, στο να κατακρίνωμε όσους αμάρτησαν, ώστε με το δεύτερο να μολύνουν οι κακούργοι το πρώτο. Ας γνωρίζης ότι γνώρισμα των μνησικάκων και φθονερών ανθρώπων είναι και τούτο: Τις διδασκαλίες, τά πράγματα ή τα κατορθώματα του άλλου τα κατηγορούν και τα διαβάλλουν με ευχαρίστησι και ευκολία, (νικημένοι και) καταποντισμένοι άθλια από το πνεύμα του μίσους.
14. Είδα μερικούς οι οποίοι μυστικά και κρυφά διαπράττουν σοβαρώτατα αμαρτήματα, και στηριζόμενοι στην υποκριτική καθαρότητά τους, επιτιμούν με αυστηρότητα αυτούς που υποπίπτουν σε μερικά μικρά σφάλματα, τα οποία και φανερώνουν.
15. Η κρίσις είναι αναιδής αρπαγή του δικαιώματος του Θεού, ενώ η κατάκρισις όλεθρος της ψυχής αυτού ο οποίος κατακρίνει.
16. Όπως η «οίησις» και χωρίς να υπάρχη άλλο πάθος, μπορεί να καταστρέψη τον άνθρωπο, έτσι και η κατάκρισις, εάν και μόνη υπάρχη μέσα μας, μπορεί να μας καταστρέψη ολοσχερώς, αφού άλλωστε και ο Φαρισαίος εκείνος της παραβολής εξ αιτίας αυτής κατεδικάσθη.
17. Ο καλός «ραγολόγος» τρώγει τις ώριμες ρώγες των σταφυλιών και δεν πειράζει καθόλου τις άγουρες. Παρόμοια ο καλόγνωμος και συνετός άνθρωπος, όσες αρετές βλέπει στους άλλους τις σημειώνει με επιμέλεια, ενώ ο ανόητος αναζητεί τα ελαττώματα και τις κατηγορίες. Γι΄ αυτόν μάλιστα έχει λεχθή: «Εξηρεύνησαν ανομίαν, εξέλιπον εξερευνώντες εξερευνήσεις» (Ψαλμ. ξγ΄ 7).
18. Μη κατακρίνης και όταν ακόμη βλέπης κάτι με τους ίδιους τους οφθαλμούς σου, διότι και αυτοί πολλές φορές εξαπατώνται.

Είναι ανάγκη πάντοτε να είμαστε νηφάλιοι (Μέγα Γεροντικό Γ', ΙΑ')

Τόμος Γ' Κεφάλαιο ΙΑ'
3. Είπε ο αββάς Αντώνιος:
“Αυτός που χτυπάει τη μάζα του σιδήρου, πιο μπροστά βάζει στο μυαλό του τι πρόκειται να κάνει, δρεπάνι, μαχαίρι, τσεκούρι;
Έτσι και εμείς οφείλουμε να έχουμε στο μυαλό μας ποια αρετή επιδιώκουμε, για να μην πάει χαμένος ο κόπος μας”.
4. Ένας αδελφός παρακάλεσε τον αββά Αρσένιο να ακούσει απ΄ το στόμα του κάποιον λόγο.
Και ο Γέροντας είπε:
“Να αγωνίζεσαι μ΄ όλη σου τη δύναμη για να γίνεται η εσωτερική σου εργασία όπως τη θέλει ο Θεός, και έτσι θα κυριαρχήσεις και στα πάθη που εκδηλώνονται εξωτερικά”.
5. Είπε επίσης:
“Αν αναζητήσουμε τον Θεό, θα μας εμφανισθεί και, αν τον κρατήσουμε, θα μείνει μαζί μας”.
6. Έλεγε ο αββάς Δανιήλ:
Με κάλεσε κάποια φορά ο αββάς Αρσένιος και μου είπε:
"Ανάπαυσε τον πατέρα σου, ώστε, όταν απέλθει στον Κύριο, να τον παρακαλέσει για χάρη σου και να έχεις προκοπή”.
7. Είπε ο αββάς Αγάθων:
“Ο μοναχός δεν πρέπει να αφήσει τη συνείδησή του να τον κατηγορήσει σε καμία περίπτωση”.
8. Είπε επίσης ότι:
“Χωρίς την τήρηση των εντολών του Θεού, δεν είναι δυνατόν να προχωρήσει ο άνθρωπος ούτε σε μια αρετή”.
9. Είπε άλλη φορά:
“Είναι ανάγκη ο άνθρωπος να έχει όλη την ώρα στραμμένη τη σκέψη του στο ότι θα τον κρίνει ο Θεός”.
13. Είπε ο αββάς Αλώνιος:
“Εάν ο άνθρωπος δεν πει μέσ΄ την καρδιά του ότι σ΄ αυτόν τον κόσμο εγώ μόνον και ο Θεός είμαστε, δεν θα βρει ανάπαυση”.
14. Είπε επίσης:
“Εάν θέλει ο άνθρωπος, από το πρωί ως το δειλινό φθάνει σε μέτρα θεϊκά”.
18. Είπε ο αββάς Ησαϊας:
“Η ολιγωρία και το ότι κατακρίνουμε κάποιον με τον λογισμό μας, δεν μας
αφήνουν να δούμε το φως του Θεού”.
22. Είπε ο αββάς Πέτρος:
“Όποιος αναζητεί τον Κύριο με πόνο καρδιάς, θα εισακουσθεί αυτός, και ό,τι ζητήσει με επίγνωση και φροντίδα και πόνο καρδιάς, ελεύθερος από κάθε τι κοσμικό και φροντίζοντας για την ψυχή του πώς θα την παραστήσει στο βήμα του Κυρίου ακατάκριτη, σ΄αυτόν θα τα δώσει ο Κύριος”.
23. Ο αββάς Θεόδωρος του Ενάτου είπε:
“Εάν λογαριάσει ο Θεός την αμέλειά μας στις προσευχές και την αιχμαλωσία του νου σε λογισμούς τις ώρες της ψαλμωδίας, σωτηρία μην περιμένουμε”.
24. Είπε ο αββάς Θεόδωρος της Σκήτης:
“Έρχεται ο λογισμός, με ταράζει και με απασχολεί, δεν έχει βέβαια τη δύναμη να προχωρήσει στην πράξη, αλλά ωστόσο γίνεται εμπόδιο στην αρετή. Ο άνθρωπος όμως που επαγρυπνεί στην ψυχή του, πετάει πέρα τον λογισμό και σηκώνεται για προσευχή”.
27. Είπε η αμμάς θεοδώρα:
“Ήταν κάποιος μοναχός ο οποίος, επειδή είχε πολλούς πειρασμούς, είπε:
"Θα φύγω από δω".
Και μόλις έβαλε τα πέδιλά του, βλέπει και κάποιον άλλον άνθρωπο να φοράει τα δικά του πέδιλα και να του λέει:
"Εξαιτίας μου δεν φεύγεις; Να, που εγώ θα πηγαίνω μπροστά από σένα, όπου κι αν πας"”.
45. Είπε ο αββάς Μακάριος ο Μέγας:
“Οφείλει η ψυχή τις ώρες της ψαλμωδίας να συμμαζεύει τους λογισμούς της με κατάνυξη και τίποτε άλλο να μην έχει στον νου παρά την αναμονή του Κυρίου και την αγάπη της την έμφυτη να την διαφυλάττει γι αυτόν και μόνο.
Και όπως ακριβώς η μητέρα μαζεύει τα παιδιά στο σπίτι, για να τα διδάξει και να τα συμβουλεύσει, έτσι και η ψυχή έχει χρέος τους λογισμούς της πού περιπλανώνται εδώ κι εκεί, να τους συμμαζεύει από παντού σαν δικά της τέκνα, έστω κι αν η αμαρτία τους διασκορπίζει, ώστε όσο εξαρτάται απ΄αυτήν ακατάπαυστα να συμμαζεύει τους λογισμούς και να αναμένει τον Κύριο με πίστη βεβαία, για να έρθει και να της διδάξει την αληθινή προσευχή, την απερίσπαστη από την αναζήτηση Αυτού και μόνον”.
46. Είπε ο αββάς Μωυσής:
“Δεν μπορεί κανείς να μπει στον στρατό του Χριστού, αν δεν γίνει σαν φωτιά όλος, αν δεν καταφρονήσει τη δόξα και την καλοπέραση, αν δεν ξεριζώσει τις απαιτήσεις του παλαιού ανθρώπου και δεν τηρήσει όλες τις εντολές του Θεού”.
48. Είπε επίσης:
“Οφείλει ο άνθρωπος να νεκρώσει τον εαυτό του ως προς κάθε τι αμαρτωλό, προτού χωρισθεί από το σώμα, για να μην κάνει ζημιά σε κανένα άνθρωπο”.
61. Είπε ο αββάς Ποιμένας:
“Η πονηριά των ανθρώπων είναι κρυμμένη πίσω τους”.
65. Είπε επίσης:
“Οι εξής τρεις αρχές είναι χρήσιμες: Το να φοβάσαι τον Κύριο, να προσεύχεσαι και να κάνεις το καλό στον πλησίον”.
77. Ρώτησαν κάποτε τον αββά Σιλουανό:
“Τι είδους ασκήσεις έκανες, πάτερ, για να αποκτήσεις τη φρόνηση αυτή;”
Και αποκρίθηκε:
“Ποτέ δεν άφησα στην καρδιά μου λογισμό που παροργίζει τον Θεό”.
78. Ρώτησε ο αββάς Μωυσής τον αββά Σιλουανό:
“Μπορεί ο άνθρωπος κάθε μέρα να βάζει αρχή;”
Και ο Γέροντας είπε:
“Εάν είναι αγωνιστής, μπορεί και κάθε ώρα να βάζει αρχή”.
81. Είπε η μακαρία Συγκλητική:
“Τέκνα μου, όλοι γνωρίζουμε τον τρόπο να σωθούμε, αλλά εξαιτίας της αμελείας μας μένουμε πίσω στη σωτηρία”.
84. Είπε ο αββάς Υπερέχιος:
“Η σκέψη σου ας είναι παντοτινά στη Βασιλεία των Ουρανών και γρήγορα θα την κληρονομήσεις”.
85. Είπε ακόμη:
“Η ζωή του μοναχού ας μιμείται τη ζωή των αγγέλων και να κατακαίει την αμαρτία”.
97. Είπε Γέροντας:
“Όπως κανένας δεν μπορεί να βλάψει αυτόν που στέκεται κοντά στον βασιλιά, έτσι ούτε ο Σατανάς μπορεί να κάνει κάτι εις βάρος μας, αν η ψυχή μας είναι κοντά στον Θεό. Γιατί λέει: “Πλησιάστε με και θα σας πλησιάσω κι εγώ”.
Αλλά επειδή συνεχώς παίρνουν αέρα τα μυαλά μας, εύκολα αρπάζει ο εχθρός την ταλαίπωρη ψυχή μας και τη ρίχνει στα άτιμα πάθη”.
99. Έλεγαν για κάποιον Γέροντα ότι όταν του έλεγε ο λογισμός:
“Άσε την σημερινή ημέρα και αύριο μετανοείς”, αντέκρουε τον λογισμό λέγοντας:
“Όχι, σήμερα θα μετανοήσω και αύριο ας γίνει το θέλημα του Θεού”.
119.Είπε Γέροντας:
“Να σκέφτεσαι πάντοτε τα καλά, για να τα κάνεις και πράξη. Καμιά σκέψη του ανθρώπου δεν ξεφεύγει από τον Θεό.
Να κρατάς τον νου σου καθαρό από κάθε κακό”.

Ο Γέρος ξυλοκόπος και το λιοντάρι

Μια φορά ήταν ένα γέρος πολύ φτωχός κ'είχε κάμποσα παιδιά. Κάθε μέρα έπαιρνε στο γαϊδούρι του κ'επήγαινε στο δάσος και έκοβε με το πελέκι του ξύλα.
Χτυπούσε απο'δω, χτυπούσε από κει, όσο μπορούσε. Μια μέρα έρχεται μπροστά του ένα λιοντάρι και του λέει:
- Κάτσε γέρο, να ξεκουραστείς και΄γω να σου κόψω τα ξύλα, να φορτώσεις το ζώο σου και να πας να τα πουλήσεις και να πάρεις τίποτε των παιδιών σου για να φάνε.
Έτσι και έγινε. Έκατσε ο γέρος να ξεκουραστεί, του έκοψε το λιοντάρι τα ξύλα, εφόρτωσε το γαϊδούρι του κ' έφυγεν ο γέρος ...;Ύστερα από μερικές μέρες ξαναπήγεν στο δάσος και το λιοντάρι του είπε:
- Φέρνε, γέρο, το ζώο σου κάθε μέρα να σου το φορτώνω ξύλα.
Από τις πολλές φορές μια μέρα έκαμνε ζέστη φοβερή. Κουράστηκε το λιοντάρι κόβοντας τα ξύλα και είπε:
- Κάτσε, γέρο, αποκάτω απ΄την ελιά που έχει δροσιά, να΄ρθω και ΄γω να βάλω το κεφάλι μου πάνω στα γόνατά σου, να ξεκουραστώ.
Ακούμπησε το κεφάλι του στα γόνατα του γέρου και τον ρώτησε:

- Είμαι όμορφος μπάρμπα;
- Είσαι όμορφος, γυιε μου.
- Είμαι αντρειωμένος;
- Είσαι, λιοντάρι μου, είσαι!
- Είμαι και νιούτσικος;
- Είσαι.
- Είδες τι παληκάρι είμαι εγώ; Έχω όλα τα χαρίσματα!

Τα έχεις όλα τα καλά, μα έχεις κ' ένα μεγάλο κακό...Βρωμάει πολύ το στόμα σου!
Το λιοντάρι αμέσως σηκώθηκε, φόρτωσε τα ξύλα στο γαϊδαρο και είπε στο γέρο:
- Έλα τώρα, πάρε το πελέκι σου και δωσ'μου μια μέσα στο σβέρκο.
- Ποτέ δεν θα το κάνω αυτό, γυιε μου, να χτυπήσω μεσ΄το σβέρκο με το πελέκι ένα πλάσμα που μου έκαμε τόσο καλό!
Μα εγώ το θέλω, είπε το λιοντάρι κι ο γέρος του έδωσε μια με το πελέκι του και του άνοιξε μια πληγή δύο δάχτυλα βαθειά...
Επήγαινε πάλι κάθε μέρα ο γέρος στο δάσος και το λιοντάρι, έτσι πληγωμένο που ήταν, έκοβε ξύλα κι ο γέρος τα φόρτωνε στο ζώο του.
Άμα πέρασε πολυς καιρός, του λέει το λιοντάρι:
- Κοίτα γέρο, πως σου φαίνεται ο σβέρκος μου;
- Έγιανε τέλεια, καλέ μου γυιε μου! Του λέει ο γέρος.
- Κότζια μου, η πληγή έγιανε, του απαντά, μα ο λόγος που μου είπες, πως βρωμάει το στόμα, έμεινε μέσα στην καρδιά μου, άιντε φύγε και μη ξανάρθεις πια, γιατί θα σε φάω.
Γι'αυτό λένε:

η μαχαιριά γιανίσκει, μα ο καλός λόγος μεινίσκει,
(η μαχαιριά θεραπεύεται, μα ο κακός λόγος μένει)

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

Περί διακρίσεως (Μέγα Γεροντικό Γ', Ι')

Τόμος Γ' Κεφάλαιο Ι'
2. Κάποιοι αδελφοί πήγαν στον αββά Αντώνιο να του αναφέρουν τα οράματα που έβλεπαν, και να πληροφορηθούν απ΄ αυτόν εάν πρόκειται για αληθινά οράματα ή τα δημιουργούν οι δαίμονες.
Αυτοί είχαν ένα γαϊδουράκι που τους ψόφησε στον δρόμο.
Μόλις έφθασαν στον Γέροντα, πρόλαβε και τους είπε:
“Πώς ψόφησε το γαϊδουράκι στον δρόμο;”
“Πού το ξέρεις, αββά;” τον ρώτησαν.
Κι εκείνος τους είπε:
“Οι δαίμονες μου το φανέρωσαν”.
“Μα κι εμείς -είπαν- γι αυτό το θέμα ήρθαμε να σε ρωτήσουμε, γιατί βλέπουμε οράματα και πολλές φορές βγαίνουν αληθινά. Αλλά μη τυχόν πέφτουμε σε πλάνη;”
Και ο Γέροντας παίρνοντας ως παράδειγμα αυτό που συνέβη με τον όνο, τους πληροφόρησε ότι προέρχονται από τους δαίμονες.
5. Κάποιος αδελφός είπε στον αββά Αντώνιο:
“Προσευχήσου για μένα”.
Και ο Γέροντας του λέει:
“Ούτε εγώ σε σπλαχνίζομαι ούτε ο Θεός, εάν συ ο ίδιος δεν σπεύσεις με ζήλο να ζητήσεις από τον Θεό”.
6. Είπε επίσης ότι ο Θεός δεν επιτρέπει να ΄ρθουν οι μεγάλοι πειρασμοί στη γενιά αυτή όπως στις παλαιότερες, γιατί γνωρίζει ότι είναι αδύναμοι και
δεν αντέχουν.
7. Είπε ο αββάς Αντώνιος ότι θα΄ ρθει εποχή, πού οι άνθρωποι θα φέρονται όπως οι παράφρονες. Και όταν θα βλέπουν κάποιον πού δεν θα
συμπεριφέρεται ως παράφρων, θα τα βάζουν μαζί του και θα του λένε:
“Εσύ είσαι τρελός”, επειδή δεν είναι όμοιος μ΄ αυτούς.
19. Είπε ο αββάς Αγάθων:
“Εάν κάποιος μου είναι υπερβολικά αγαπητός αλλά καταλάβω ότι με παρασύρει σε κάποιο ελάττωμα, κόβω αμέσως τις σχέσεις μου μαζί του”.
33. Είπε επίσης ο αββάς Δανιήλ:
“Όσο ακμάζει το σώμα, τόσο η ψυχή αδυνατίζει, και όσο το σώμα αδυνατίζει, τόσο η ψυχή ακμάζει”.
35. Ρωτήθηκε ο μακάριος Επιφάνιος εάν αρκεί ένας δίκαιος άνθρωπος για να κινήσει τον Θεό σε ευσπλαχνία, και είπε:
“Ναι, γιατί ο ίδιος ο Θεός είπε: Ψάξτε να βρείτε έναν άνθρωπο ο οποίος να είναι στην πράξη δίκαιος και ευσεβής και θα φανώ σπλαχνικός για όλο το
λαό”.
40. Είπε ο αββάς Ησαϊας:
“Η απλότητα και το να μην έχουμε περί πολλού τον εαυτό μας, καθαρίζει την καρδιά από την πονηρία”.
47. Ο ίδιος είπε:
“Καμιά αρετή δεν μπορεί να αναμετρηθεί με την αρετή, να μην εξουθενώνουμε τον άλλον”.
50. Ρωτήθηκε από κάποιον η αμμάς Θεοδώρα σχετικά με τα ακούσματα που φθάνουν στ΄ αυτιά μας:
“Πώς είναι δυνατόν -είπε- όταν γενικά τ΄ αυτιά μας δέχονται λόγια κοσμικών ανθρώπων ή οποιαδήποτε άλλα άσχετα, να παραμένουν προσανατολισμένα στον Θεό μόνο;”Και η αμμάς του λέει:
“Όπως ακριβώς αν κάθεσαι σε τραπέζι όπου υπάρχουν πολλά φαγητά και τρως βέβαια, αλλά όχι με ευχαρίστηση, το ίδιο και όταν κοσμικά λόγια φθάνουν στ΄ αυτιά σου, την καρδιά σου να έχεις στραμμένη στον Θεό και μ΄ αυτή τη διάθεση δεν θ΄ ακούς με ευχαρίστηση και δεν παθαίνεις καμιά ζημιά”.
64. Είπε ο αββάς Ιακώβ:
“Δεν χρειάζονται τα λόγια μοναχά, γιατί πολλά λένε οι άνθρωποι τούτον τον καιρό, χρειάζονται έργα.
Αυτό είναι το ζητούμενο και όχι τα λίγα τα άκαρπα”.
78. Ρωτήθηκε ο αββάς Μιώς από έναν στρατιωτικό εάν ο Θεός δέχεται τον μετανοημένο.
Κι εκείνος αφού τον κατήχησε λέγοντάς του πολλά, τον ρώτησε:
“Πες μου, αγαπητέ, εάν σχισθεί η χλαίνη σου, την πετάς;”
“Όχι, -είπε- τη ράβω πάλι και τη χρησιμοποιώ”.
“Αν λοιπόν εσύ -του λέει ο Γέροντας- λυπάσαι το ρούχο σου, ο Θεός δεν θα λυπηθεί το δικό του πλάσμα;”
83. Ένας αδελφός συμβουλεύθηκε τον αββά Ποιμένα:
“Διέπραξα -είπε- μεγάλη αμαρτία και θέλω να μπω σε κανόνα μετανοίας για τρία χρόνια”.
Και ο Γέροντας του λέει:
“Πολύ είναι”.
“Μήπως για ένα χρόνο;” ρωτάει ο αδελφός.
“Πολύ είναι” απαντά πάλι ο Γέροντας.
Αυτοί που βρίσκονταν εκεί είπαν:
“Μέχρι σαράντα μέρες;”
Και πάλι ο Γέροντας είπε:
“Είναι πολύ”.
Και πρόσθεσε:
“Εγώ πιστεύω ότι εάν ο άνθρωπος μετανοήσει με όλη του την καρδιά και δεν συνεχίσει να κάνει την αμαρτία, και μέσα σε τρεις μέρες τον δέχεται ο
Θεός”.
96. Κάποιος αδελφός είπε στον αββά Ποιμένα:
“Αν δω κάτι, το βλέπεις σωστό να μιλήσω γι αυτό;
Ο Γέροντας του λέει:
“Είναι γραμμένο ότι όποιος εκφράσει γνώμη, πριν του δώσουν τον λόγο, προδίδει αμυαλοσύνη και είναι ντροπή του.
Αν σε ρωτήσουν, μίλησε, αλλιώς σώπαινε”.
102.Κάποιος αδελφός ρώτησε τον αββά Ποιμένα:
“Εάν βρεθεί ένας άνθρωπος να κάνει κάποια αμαρτία και μετανοήσει, θα τον συγχωρήσει ο Θεός;”
Και ο Γέροντας του λέει:
“Μα, ο Θεός που έδωσε εντολή στους ανθρώπους να κάνουν αυτό, πολύ περισσότερο δεν θα το κάνει ο ίδιος;
Είναι γνωστό ότι στον Πέτρο έδωσε εντολή: Μέχρι εβδομήντα φορές το εφτά να συγχωρούμε”.
111.Ρώτησε κάποιος αδελφός τον αββά Ποιμένα:
“Τι είναι μετάνοια για την αμαρτία;”
Και ο Γέροντας απάντησε:
“Το να μην κάνει κανείς στο εξής την αμαρτία. Γι αυτό τον λόγο οι δίκαιοι ονομάσθηκαν άμεμπτοι, γιατί έπαυσαν να αμαρτάνουν και έγιναν
δίκαιοι”.
121.Άλλος αδελφός ρώτησε τον αββά Ποιμένα:
“Είναι προτιμότερο το να μιλάει κανείς ή να σιωπά;”
Ο Γέροντας είπε:
“Εκείνος που μιλάει, επειδή το θέλει ο Θεός, καλά κάνει.
Και εκείνος που σιωπά, γιατί το θέλει ο Θεός, επίσης καλά κάνει”.
147.Είπε ο αββάς Παλλάδιος:
“Η ψυχή που ασκείται κατά Θεόν πρέπει ή να μαθαίνει με εμπιστοσύνη ακούγοντας όσα δεν γνωρίζει, ή να διδάσκει με σαφήνεια όσα έμαθε με την
πείρα. Αν κανένα από τα δυο δεν θέλει, δεν είναι στα καλά της. Γιατί είναι αρχή απομάκρυνσης από τον Θεό η χορτασιά της διδασκαλίας και η
ανορεξία να ακούσει λόγο Θεού, για τον οποίο πάντοτε πεινάει η ψυχή του ανθρώπου που αγαπάει τον Θεό”.
155.Κάποιος αδελφός ρώτησε τον αββά Σισόη:
“Τι να κάνω, αββά, που έπεσα;”
“Σήκω πάνω πάλι” απαντά ο Γέροντας.
“Σηκώθηκα -του λέει ο αδελφός- και ξαναέπεσα”.
“Σήκω ξανά και ξανά”, λέει ο Γέροντας.
Και ρωτάει ο αδελφός:
“Ως πότε;”
“Έως ότου -αποκρίνεται ο Γέροντας- σε βρει η ώρα του θανάτου είτε στο καλό είτε στην πτώση.
Γιατί σ΄ όποια κατάσταση βρεθεί ο άνθρωπος, σ΄ αυτήν και φεύγει”.
159.Έλεγε κάποιος από τους Γέροντες:
“Παρεκάλεσα τον αββά Σισόη να μου πει έναν λόγο, και μου είπε ότι όσα μπορεί ο άνθρωπος να τα αποφύγει και δεν λαμβάνει τα μέτρα του, είναι
σαν να προκαλεί την αμαρτία”.
173.Είπε ο αββάς Υπερέχιος:
“Αληθινά σοφός είναι όχι αυτός πού διδάσκει με τα λόγια, αλλά εκείνος που παιδαγωγεί με το παράδειγμα”.
189.Ρωτήθηκε Γέροντας:
“Ποιο είναι το έργο του μοναχού;”
Και απάντησε:
“Η διάκριση”.
192.Ρωτήθηκε Γέροντας:
“Τι πρέπει να κάνει ο μοναχός;”
Και είπε:
“Να επιδιώκει κάθε τι το καλό και να απέχει από κάθε κακό”.
196.Είπε Γέροντας:
“Το να βιάζει κανείς σ΄ όλες τις περιπτώσεις τον εαυτό του, αυτός είναι ο δρόμος του Θεού”.
197.Είπε Γέροντας:
“Μην κάνεις τίποτε, προτού εξετάσει την καρδιά σου αν αυτό που θέλεις να κάνεις είναι σύμφωνο με το θέλημα του Θεού”.
204.Είπε Γέροντας:
“Να μη θέλεις ν΄ αποφεύγεις την καταφρόνια από μέρους των άλλων”.
209.“Ο Θεός -είπε άλλος Γέροντας- ζητάει από τον άνθρωπο τούτα: Τον νού, τον λόγο και την πράξη”.
212.Ο ίδιος είπε:
“Ο άνθρωπος έχει ανάγκη από τα εξής:
- Να φοβάται την κρίση του Θεού,
- να μισήσει την αμαρτία,
- να αγαπήσει την αρετή και
- να προσεύχεται στον Θεό αδιάλειπτα”.
223.Είπε Γέροντας:
“Οι Προφήτες έγραψαν τα βιβλία (της Γραφής). Ήρθαν κατόπιν οι Πατέρες και τα εφάρμοσαν. Οι μεταγενέστεροι τα αποστήθισαν.
Ήρθε κι αυτή η γενεά, τα έγραψε και τα τοποθέτησε στα ράφια, όπου μένουν αχρησιμοποίητα”.
260.Είπε Γέροντας:
“Ο άνθρωπος που εκούσια προσφέρει τον εαυτό του σε θλίψη, πιστεύω ότι μεταξύ των μαρτύρων τον λογαριάζει ο Θεός.
Γιατί τα δάκρυα του ανθρώπου αυτού υπολογίζονται ως αίμα”.
302.Είπε Γέροντας:
“Το ψέμα το εκπροσωπεί ο παλαιός άνθρωπος, ενώ, αντίθετα, την αλήθεια ο αναγεννημένος άνθρωπος”.
303.Είπε επίσης:
“Η ρίζα των καλών έργων είναι η αλήθεια. Το ψέμα είναι θάνατος”.

Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

Είναι ανάγκη να επαγρυπνούμε ώστε να μη κρίνουμε κανένα (Β' Θ')

Τόμος Β' Κεφάλαιο Θ'
1. Σε κάποιον αδελφό που έμενε στο κοινόβιο του αββά Ηλία, συνέβη κάποτε ένας πειρασμός. Γι αυτό τον έδιωξαν από κει και πήγε κοντά στον αββά Αντώνιο, στο όρος. Αφού έμεινε ο αδελφός κοντά του κάποιο χρονικό διάστημα, τον έστειλε ο αββάς στο κοινόβιο απ΄ όπου είχε φύγει. Εκείνοι όμως μόλις τον είδαν, τον ξανάδιωξαν και ο αδελφός γύρισε πάλι στον αββά Αντώνιο και του είπε:
“Δεν θέλησαν να με δεχθούν, πάτερ”.
Τον έστειλε πάλι ο Γέροντας και τους μήνυσε το εξής:
“Ένα καράβι ναυάγησε μέσα στο πέλαγος, έχασε το φορτίο του και με κόπο πολύ έφθασε στη στεριά.
Και εσείς ό,τι σώθηκε και έφθασε στη στεριά, θέλετε να το καταποντίσετε;”
Κι εκείνοι όταν άκουσαν ότι ο αββάς Αντώνιος τον έστειλε, ευθύς τον δέχθηκαν.
8. Είπε ο αββάς Ησαϊας:
“Εάν σου έρθει λογισμός να κατακρίνεις τον πλησίον για κάποιο αμάρτημά του, πρώτα να σκεφθείς ότι εσύ είσαι περισσότερο αμαρτωλός απ΄ αυτόν και εκείνα που νομίζεις ότι σωστά τα κάνεις, μην πιστέψεις ότι ήσαν αρεστά στον Θεό. Και έτσι δεν θα τολμήσεις να καταδικάσεις τον πλησίον”.
9. Είπε επίσης:
“Εάν δεν κατακρίνεις τον πλησίον αλλά εξουθενώνεις τον εαυτό σου, παρέχεις ανάπαυση στη συνείδησή σου”.
9α. Πήγε κάποτε ο αββάς Ισαάκ ο Θηβαίος σε κάποιο κοινόβιο και είδε έναν αδελφό να σφάλλει και τον κατέκρινε.
Όταν επέστρεψε στην έρημο, ήλθε άγγελος Κυρίου και στάθηκε μπροστά στην πόρτα του κελιού του και του είπε:
“Δεν σου επιτρέπω να μπεις”.
Κι εκείνος παρακαλούσε κι έλεγε:
“Τι συμβαίνει;”
Αποκρίθηκε ο άγγελος και του είπε:
“Ο Θεός με έστειλε λέγοντας: Πες του, πού προστάζεις να βάλω τον αδελφό που έσφαλε και τον καταδίκασες”.
Ευθύς μετανόησε ο αββάς και είπε:
“Αμάρτησα, συγχώρεσέ με”.
Και ο άγγελος του είπε:
“Σήκω, σε συγχώρεσε ο θεός. Και στο εξής να προσέχεις να μην κρίνεις κανέναν, προτού τον κρίνει ο Θεός”.
10. Έλεγε ο αββάς Παφνούτιος, ο μαθητής του αββά Μακαρίου:
“Παρακάλεσα τον Γέροντά μου λέγοντας: Πες μου κάποιον λόγο”.
Κι εκείνος είπε:
“Να μην κακομεταχειριστείς κανέναν ούτε να τον κατακρίνεις. Αυτά να κάνεις και σώζεσαι”.
11. Έλεγαν για τον αββά Μακάριο τον μεγάλο ότι είχε γίνει, όπως λέει η Γραφή, θεός επίγειος. Γιατί όπως ακριβώς ο Θεός σκεπάζει τον κόσμο, έτσι και ο αββάς Μακάριος σκέπαζε τα ελαττώματα που έβλεπε στους άλλους, σαν να μη τα έβλεπε, και εκείνα που άκουε σαν να μη τα άκουε.
12. Κάποιος αδελφός της Σκήτης κάποτε έσφαλε. Έγινε συγκέντρωση στην οποία κάλεσαν τον αββά Μωυσή αλλ΄ αυτός δεν θέλησε να πάει.
Του παρήγγειλε τότε ο πρεσβύτερος: “Έλα, γιατί σε περιμένουν όλοι”.
Κι εκείνος σηκώθηκε και πήγε κρατώντας στην πλάτη ένα καλάθι τρύπιο που το γέμισε άμμο.
Οι Πατέρες που βγήκαν να τον προϋπαντήσουν του λένε: “Τι είναι αυτό, πάτερ;”
“Οι αμαρτίες μου -απαντά ο Γέροντας- που κυλούν και πέφτουν πίσω μου και δεν τις βλέπω. Και ήλθα εγώ σήμερα να κρίνω τα σφάλματα άλλου”.
Όταν τ΄ άκουσαν αυτά οι Πατέρες, δεν είπαν τίποτε εναντίον του αδελφού αλλά τον συγχώρεσαν.
18. Κάποιος αδελφός ρώτησε τον αββά Ποιμένα:
“Πες μου, πώς θα γίνω μοναχός;”
Και ο Γέροντας είπε:
“Εάν θέλεις να βρεις ανάπαυση και σ΄ αυτόν τον κόσμο και στη μέλλουσα ζωή, να λες σε κάθε περίπτωση: Ποιος είμαι εγώ; Και να μην κατακρίνεις κανένα”.
20. Είπε επίσης:
“Μπορεί ένας άνθρωπος να φαίνεται ότι σιωπά ενώ η καρδιά του κατακρίνει τους άλλους, ένας τέτοιος άνθρωπος πάντοτε λαλεί.
Και μπορεί ένας άλλος να μιλάει από το πρωί ως το βράδυ και όμως κρατάει σιωπή γιατί δεν λέει τίποτε περισσότερο απ΄ όσα ωφελούν”.
21. Ρώτησε ένας αδελφός τον αββά Ποιμένα:
“Εάν δω κάποιο σφάλμα του αδελφού μου, είναι καλό να το σκεπάσω;”
Κι ο Γέροντας απάντησε:
“Όποια ώρα σκεπάσουμε το σφάλμα του αδελφού μας, σκεπάζει και ο Θεός το δικό μας.
Και όποια ώρα θα φανερώσουμε του αδελφού το σφάλμα, θα φανερώσει και ο Θεός το δικό μας”.
28. Ρώτησε ένας αδελφός τον αββά Ποιμένα:
“Τι να κάνω πού όταν πάω να κάνω την πνευματική μου εργασία με κυριεύει η αμέλεια;”
Κι ο Γέροντας του είπε:
“Να μην εξευτελίσεις κανέναν ούτε να τον κατακρίνεις. Κανέναν να μην κατηγορήσεις και ο Θεός θα σου δώσει ανάπαυση και η πνευματική σου εργασία θα γίνεται ήρεμα”.
29. Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Ποιμένα:
“Τι να κάνω;”
Κι ο Γέροντας του είπε:
“Είναι γραμμένο: Την ανομία μου εγώ θα την εξαγγείλω και θα φροντίσω να απαλλαγώ από την αμαρτία μου”.
40. Κάποιος αδελφός έκανε μια ερώτηση σ΄ έναν άγιο Γέροντα για να έχει μια βάση, ώστε να μην αμαρτάνει με τον λογισμό.
“Ας υποθέσουμε -είπε- ότι βλέπω κάποιον να κάνει κάτι και το λέω αυτό σε κάποιον άλλο, και βλέπω ότι δεν τον κατακρίνω, αλλά απλώς το συζητούμε. Αυτό παύει να είναι κατάκριση;”
Ο Γέροντας είπε: “Εάν μιλάς με εμπάθεια έχοντας κάτι εναντίον του, είναι κατάκριση, αν όμως είσαι ελεύθερος από πάθος, δεν είναι κατάκριση. Αλλά για να μη μεγαλώνει το κακό, η σιωπή είναι προτιμότερη”.
42. Άκουσε κάποιος από τους αγίους Πατέρες ότι ένας αδελφός έπεσε στο αμάρτημα της πορνείας. Και είπε:
“Ώ, άσχημα έκανε”.
Μετά από λίγες μέρες πεθαίνει ο αδελφός. Και πάει άγγελος του θεού με την ψυχή του αδελφού στον Γέροντα και του λέει:
“Δες αυτόν που κατέκρινες, πέθανε. Πού παραγγέλλεις να τον βάλω, στη Βασιλεία του Θεού ή στην κόλαση;”
Μετά απ΄ αυτό, μέχρι την ώρα του θανάτου του ο Γέροντας ζητούσε ασταμάτητα από τον Θεό με δάκρυα και πόνο πολύ να τον συγχωρήσει.
49. Είπε κάποιος Γέροντας:
“Εάν δεις αδελφό να αμαρτάνει, μη ρίξεις την αιτία σ΄ αυτόν αλλά στον πολέμιό του, και πες: Όπως αυτός νικήθηκε, έτσι κι εγώ.
Κλαίε και ζήτα τη βοήθεια του Θεού και δείχνε συμπόνια σ΄ αυτόν που άθελά του πάσχει. Γιατί κανείς δεν θέλει να αμαρτήσει στον Θεό, αλλά όλοι σφάλλουμε”.
54. Είπε ένας Γέροντας:
“Τίποτε δεν παροργίζει τόσο τον Θεό και τίποτε δεν απογυμνώνει τόσο τον άνθρωπο από τη χάρη, ώστε να φτάσει και σε εγκατάλειψη από μέρους του Θεού, όσο το να κατηγορεί τον πλησίον του ή να τον κατακρίνει ή να τον εξουθενώνει. Και είναι τόσο βαρύτερη η κατάκριση από κάθε άλλη αμαρτία, ώστε ο ίδιος ο Χριστός λέει:
“Υποκριτή, βγάλε πρώτα το δοκάρι που έχεις στο μάτι σου και τότε θα δεις καθαρά για να βγάλεις το σκουπιδάκι πού βρίσκεται στο μάτι του αδελφού σου”.
Παρομοίασε δηλαδή το αμάρτημα του πλησίον με το σκουπιδάκι, ενώ την κατάκριση με το δοκάρι.
Είναι τόσο κακό το να κατακρίνει κανείς, σχεδόν ξεπερνά κάθε αμαρτία.
Επομένως τίποτε δεν είναι βαρύτερο, αδελφοί μου, ούτε χειρότερο από το να καταδικάσουμε ή να εξουθενώσουμε τον πλησίον.
Γιατί να μην προτιμούμε να κατακρίνουμε τον εαυτό μας;
Και εννοώ τα κακά τα δικά μας πού καλά τα γνωρίζουμε και για τα οποία πρόκειται να δώσουμε λόγο στον Θεό.
Γιατί αρπάζουμε το δικαίωμα της κρίσης του Θεού;
Τι θέλουμε από το πλάσμα του, τι θέλουμε από τον πλησίον;
Τι ζητάμε από τα βάρη του άλλου;
Έχουμε, αδελφοί, τι να φροντίσουμε. Ο καθείς ας προσέχει τον εαυτό του και τις δικές του κακίες.
Η εξουσία να δικαιώνει και να καταδικάζει, ανήκει μόνο στον Θεό, που γνωρίζει και την κατάσταση του καθενός και τη δύναμη, τον τρόπο της ζωής και τα χαρίσματά του, την ιδιοσυγκρασία και τις ικανότητές του, ανήκει στον Θεό που κρίνει ανάλογα με το καθένα απ΄ αυτά, όπως ο ίδιος μόνος τα γνωρίζει”.

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

Τίποτε δεν πρέπει να κάνουμε για επίδειξη (Μέγα Γεροντικό Β', Η')

Τόμος Β' Κεφάλαιο Η'
7. Είπε ο αββάς Ησαϊας:
“Νομίζω πώς είναι πολύ σπουδαίο και πολύτιμο αγαθό να νικήσει κανείς την κενοδοξία και να προκόψει στη γνώση του Θεού. Γιατί αυτός που πέφτει στην εξουσία αυτού του πονηρού πάθους της κενοδοξίας, γίνεται ξένος προς την ειρήνη, σκληραίνει η καρδιά του προς τους εν Χριστώ αδελφούς και τελική συμφορά του είναι ότι πέφτει στην υψηλοφροσύνη, δηλαδή στην υπερηφάνεια, που είναι η μάνα όλων των κακών.
Εσύ όμως, πιστέ δούλε του Χριστού, κράτα κρυφή την εργασία σου, και με πόνο καρδιάς φρόντισε να μη χάσεις τον μισθό της εργασίας σου εξαιτίας της ανθρωπαρέσκειας. Γιατί αυτός που κάνει κάτι για να επιδειχθεί στους ανθρώπους απομακρύνεται από τον μισθό του, όπως είπε ο Κύριος”.
12. Πήγε άλλος αδελφός σ΄ αυτόν (στον αββά Θεόδωρο της Φέρμης) και άρχισε να μιλάει και να ερευνά για πράγματα, τα οποία ακόμη δεν είχε αρχίσει να τα εφαρμόζει. Και του λέει ο Γέροντας:
“Ακόμη δεν βρήκες πλοίο, ούτε τις αποσκευές σου φόρτωσες, και πριν ταξιδέψεις, έφτασες κιόλας σ΄ εκείνη την πόλη;
Πρώτα άρχισε την εργασία και καθώς την κάνεις, θα φθάσεις σ΄ αυτά που τώρα λες”.
16. Είπε ο αββάς Ποιμήν:
“Μάθε στην καρδιά σου να εφαρμόζει αυτά που διδάσκει η γλώσσα σου”.
17. Είπε επίσης:
“Οι άνθρωποι παρουσιάζουν με πληρότητα τη διδασκαλία, αλλά ελάχιστα απ΄ αυτά εφαρμόζουν”.
20. Είπε ο αββάς Ποιμήν:
“Εκείνος που με κάθε τρόπο επιδιώκει τη φιλία των ανθρώπων, απομακρύνεται εντελώς από τη φιλία του Θεού.
Δεν είναι καλό να θέλει κανείς να αρέσει σε όλους. Γιατί η Γραφή λέει:
Αλίμονο σας όταν όλοι οι άνθρωποι σας επαινούν”.
22. Ο αββάς Αμμούν της Ραϊθούς ρώτησε τον αββά Σισόη:
“Όταν διαβάζω την Αγία Γραφή γυρεύει ο λογισμός μου να φτιάξει κάποιες ωραίες φράσεις, για να έχω ν΄ απαντώ, όταν με ρωτούν”.
Κι ο Γέροντας του λέει:
“Δεν χρειάζεται. Καλύτερα είναι από την καθαρότητα του νου (της καρδιάς) να αποκτήσεις και το να μη μεριμνάς τι θα πιεις, και σωστά να
μιλάς”.
26. Είπε η αγία Συγκλητική:
“Όπως ακριβώς ο θησαυρός όταν βγει στο φανερό, με τον καιρό λιγοστεύει και τελικά εξαφανίζεται, κατά τον ίδιο τρόπο και η αρετή, όταν γίνεται γνωστή και κοινοποιείται, χάνεται. Και όπως το κερί λιώνει, όταν πλησιάσει τη φωτιά, το ίδιο και η ψυχή διασκορπίζεται από τους επαίνους και χαλαρώνει”.
28. Κάποια φορά που καθόταν ο αββάς Τιθόης, κοντά εκεί ήταν ένας αδελφός αλλά δεν το ήξερε αυτό και στέναξε, και δεν κατάλαβε ότι ήταν ο αδελφός δίπλα, γιατί βρισκόταν σε έκσταση. Κατόπιν όμως του έβαλε μετάνοια και είπε: “Συγχώρεσέ με, αδελφέ, δεν έγινα ακόμα μοναχός, αφού στέναξα μπροστά σου”.
31. Ένας αδελφός, ασκητής που δεν έτρωγε ψωμί, επισκέφθηκε κάποιον ονομαστό Γέροντα. Βρέθηκαν εκεί τη μέρα εκείνη κι άλλοι ξένοι και μαγείρεψε ο Γέροντας για χάρη τους λίγο φαγητό. Όταν κάθισαν να φάνε, ο ασκητής έβαλε για τον εαυτό του μόνο ρεβίθια μουσκεμένα και έτρωγε.
Όταν σηκώθηκαν απ΄ το τραπέζι, τον πήρε ιδιαίτερα ο Γέροντας και του ΄πε:
“Αδελφέ, όταν επισκέπτεσαι κάποιον, μη δείχνεις τη μοναχική σου άσκηση. Αν, πάλι, θέλεις να κρατάς οπωσδήποτε την άσκησή σου, να κάθεσαι στο κελί σου και να μην πηγαίνεις πουθενά”.
Ο ασκητής πήρε ένα καλό μάθημα από τα λόγια του Γέροντα και στο εξής στις συναντήσεις με τους αδελφούς δεν ξεχώριζε.
32. Είπε κάποιος από τους Πατέρες ότι στις όχθες του ποταμού, κοντά στο χωριό όπου ο μακάριος Σιλουανός ζούσε στην Παλαιστίνη, κατοικούσε ένας αδελφός που προσποιούνταν τον σαλό. Έτσι, κάθε φορά που τον συναντούσε κάποιος αδελφός, άρχιζε και γελούσε. Γι αυτό λοιπόν κι εκείνος τον άφηνε κι έφευγε.
Συνέβη κάποια φορά να επισκεφθούν τον αββά Σιλουανό τρεις Πατέρες.
Και αφού έκαναν προσευχή, τον παρακάλεσαν να στείλει κάποιον μαζί τους για να δουν τους αδελφούς μέσα στα κελιά τους. Είπαν επίσης στον Γέροντα:
“Κάνε αγάπη και δώσε εντολή στον αδελφό να μας πάει σ΄ όλους”.
Και ο Γέροντας ενώπιόν τους είπε στον αδελφό:
“Να πας τους Πατέρες σε όλους”.
Ιδιαίτερα όμως του παρήγγειλε:
“Πρόσεξε, να μην τους πάς σ΄ εκείνον τον σαλό, για να μην σκανδαλισθούν”.
Καθώς περνούσαν απ΄ τα κελιά των αδελφών οι Πατέρες, έλεγαν στον οδηγό τους:
“Δείξε αγάπη να μας πας σε όλους”.
Και απαντούσε εκείνος:
“Βεβαίως”.
Όμως δεν τους πήγε στο κελί του σαλού σύμφωνα με την εντολή του Γέροντα.
Όταν επέστρεψαν στον Γέροντα τους είπε:
“Είδατε τους αδελφούς;”
“Ναι -του είπαν- και ευχαριστούμε. Αλλά λυπούμαστε που δεν πήγαμε σ΄ όλους”.
Ρωτάει τότε ο Γέροντας τον οδηγό τους:
“Δεν σου είπα να τους πάς σε όλους;”
“Έτσι έκανα, πάτερ” απάντησε ο αδελφός.
Αλλά και την ώρα που έφευγαν οι Πατέρες είπαν πάλι στον Γέροντα:
“Αληθινά σας είμαστε ευγνώμονες, που είδαμε τους αδελφούς, για ένα μόνο λυπούμαστε που δεν τους είδαμε όλους”.
Παίρνει τότε ο αδελφός τον Γέροντα ιδιαίτερα και του λέει:
“Στον σαλό αδελφό δεν τους πήγα”.
Αφού έφυγαν οι Πατέρες, ο Γέροντας καλοσκέφτηκε αυτό που έγινε, σηκώνεται λοιπόν και πάει στον αδελφό που προσποιούνταν τον σαλό.
Χωρίς να χτυπήσει, ανοίγει σιγά-σιγά το μάνδαλο και αιφνιδιάζει τον αδελφό.
Εκείνος καθισμένος έκανε την πνευματική του εργασία και είχε δύο καλαθάκια, το ένα από τα δεξιά και το άλλο από τα αριστερά.
Σαν είδε τον Γέροντα, άρχισε -όπως συνήθιζε- να γελάει. Κι ο Γέροντας του λέει:
“Άσ΄ τα τώρα αυτά και πες μου ποια είναι η άσκησή σου”.
Εκείνος πάλι γελούσε. Συνέχισε ο αββάς Σιλουανός:
“Το ξέρεις πολύ καλά ότι εκτός Σαββάτου και Κυριακής δεν βγαίνω από το κελί, αλλά τώρα ήρθα μεσοβδόμαδα, γιατί ο Θεός μ΄ έστειλε εδώ”.
Φοβήθηκε ο αδελφός και βάζοντας μετάνοια στον Γέροντα, του λέει:
“Συγχώρεσέ με, πάτερ. Κάθε πρωί αρχίζω την πνευματική μου εργασία έχοντας τα χαλίκια αυτά μπροστά μου. Εάν μου έρθει καλός λογισμός, ρίχνω ένα χαλίκι στο δεξιό ζεμπίλι, αν έρθει πονηρός λογισμός, ρίχνω στο αριστερό. Το απόγευμα μετρώ τα χαλίκια και αν του δεξιού είναι περισσότερα, τρώγω, αν όμως του αριστερού είναι περισσότερα, δεν τρώγω.
Την επόμενη μέρα πάλι εάν μου έρθει πονηρός λογισμός, λέγω στον εαυτό μου: Πρόσεξε τι κάνεις, γιατί πάλι δεν θα φας”.
Θαύμασε σαν τ΄ άκουσε ο αββάς Σιλουανός, και είπε:
“Πράγματι οι Πατέρες που ήρθαν σήμερα άγιοι άγγελοι ήταν, που ήθελαν να κάνουν γνωστή την αρετή του αδελφού.
Γιατί και με την παρουσία τους ένιωσα μεγάλη χαρά και ευφροσύνη πνευματική”.
37. Είπε ένας Γέροντας:
“Εκείνος που φανερώνει τα καλά του έργα και τα κάνει γνωστά στον κόσμο, μοιάζει με τον σποριά που ρίχνει τον σπόρο στην επιφάνεια της γης και έρχονται τα πτηνά του ουρανού και τον τρώνε. Ενώ εκείνος πού κρύβει την άσκησή του, όπως βάζει ο σποριάς τον σπόρο μέσα στης γης τα αυλάκια, αυτός ακριβώς θα έχει άφθονη συγκομιδή”.

Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

Διάφορες διηγήσεις που μας ενθαρρύνουν για υπομονή και ανδρεία (Μέγα Γεροντικό Β', Ζ')

Τόμος Β' Κεφάλαιο Ζ'
1. Πήγαν κάποιοι στον αββά Αντώνιο και του είπαν:
“Πες μας κάποιο λόγο πώς να σωθούμε”.
Και ο Γέροντας τους λέει:
“Ακούσατε τι λέει η Γραφή; Σας αρκεί αυτή”.
Αλλά αυτοί είπαν:
“Θέλουμε και από σένα, πάτερ, να ακούσουμε”.
Και ο Γέροντας τους είπε:
“Το Ευαγγέλιο λέει: Αν κάποιος σε χτυπήσει στο δεξί μάγουλο, γύρισέ του και το άλλο”.
“Δεν μπορούμε -του λένε- να το κάνουμε αυτό”.
“Εάν δεν μπορείτε να στρέψετε και το άλλο -λέει ο Γέροντας- υπομείνετε τουλάχιστον το ράπισμα στο ένα”.
“Ούτε αυτό μπορούμε”, του απαντούν.
Ξαναμιλάει ο Γέροντας:
“Εάν ούτε αυτό μπορείτε, μην ανταποδίδετε τα ίσα”.
Λένε πάλι:
“Ούτε αυτό μπορούμε”.
Τότε ο Γέροντας γυρνάει και λέει στον μαθητή του:
“Κάνε τους λίγο κουρκούτι, γιατί είναι άρρωστοι. Εάν το ένα δεν μπορείτε και το άλλο δεν θέλετε, τι να σας κάνω;”
4. Είπε ο αββάς Ποιμήν:
“Τα σημάδια της προκοπής του μοναχού στους πειρασμούς φαίνονται”.
6. Ο αββάς Βησσαρίων είπε:
“Σαράντα χρόνια δεν έπεσα στο πλευρό μου, αλλά κοιμόμουν καθιστός ή όρθιος”.
15. Είπε ο αββάς Ησαϊας:
“Τίποτε δεν ωφελεί τόσο τον αρχάριο όσο οι προσβολές και οι περιφρονήσεις.
Όπως δηλαδή προκόβει το δένδρο που ποτίζεται καθημερινά, το ίδιο και ο αρχάριος που περιφρονείται και υπομένει”.
20. Είπε πάλι ότι κάποιος Γέροντας έμεινε σε κάποιο ιερό ειδωλολατρικό.
Πήγαν λοιπόν οι δαίμονες και του λένε: “Φύγε από τον τόπο μας”.
Και ο Γέροντας τους είπε: “Εσείς δεν έχετε τόπο”.
Άρχισαν τότε να του σκορπίζουν εντελώς τα βάϊα του κι ο Γέροντας επέμενε να τα μαζεύει.
Κατόπιν τον έπιασε ο δαίμονας από το χέρι και τον έσυρε έξω.
Μόλις έφτασε στην πόρτα ο Γέροντας, με το άλλο του το χέρι έπιασε την πόρτα κράζοντας:
“Ιησού, βοήθησέ με” και ευθύς ο δαίμονας εξαφανίστηκε και ο Γέροντας αναλύθηκε στα δάκρυα.
Τον ρώτησε τότε ο Κύριος: “Γιατί κλαίς;”
“Γιατί τολμούν -είπε ο Γέροντας- να πιάσουν τον άνθρωπο και να τον μεταχειρίζονται έτσι”.
“Εσύ αμέλησες -του παρατήρησε ο Κύριος- γιατί μόλις με ζήτησες, να πώς σου βρέθηκα”.
Και αυτά που λέω σημαίνουν ότι χρειάζεται πολύς κόπος. Εάν δεν κοπιάσει κανείς, δεν μπορεί να έχει τον Θεό μαζί του. Γιατί Αυτός για χάρη μας σταυρώθηκε.
24. Είπε η αμμάς Θεοδώρα ότι κάποτε ένας ευλαβής δεχόταν βρισιές από κάποιον και του λέει:
“Μπορούσα κι εγώ με τον ίδιο τρόπο να σου μιλήσω, αλλά η εντολή του Θεού μου κλείνει το στόμα”.
30. Είπε ο αββάς Ισίδωρος:
“Η σοφία των αγίων αυτή είναι, να έχουν επίγνωση του θελήματος του Θεού. Γιατί όλα τα νικά ο άνθρωπος υπακούοντας στην αλήθεια, καθώς είναι πλασμένος κατ΄ εικόνα και ομοίωση του Θεού. Και απ΄ όλα τα πνεύματα το φοβερότερο είναι το να ακολουθεί κανείς τη δική του καρδιά, δηλαδή τι του υπαγορεύει ο λογισμός του και όχι ο νόμος του Θεού. Και αυτό ύστερα του προκαλεί θλίψη, γιατί παραμένει γι αυτόν άγνωστο το μυστήριο του Θεού και δεν βρίσκει την οδό των αγίων για να βαδίζει σ΄ αυτήν. Τώρα λοιπόν είναι καιρός να κάνουμε το θέλημα του Θεού, γιατί η σωτηρία κερδίζεται σε καιρό θλίψεως καθώς λέει η Γραφή:
“Με την υπομονή σας, θα σώσετε την ψυχή σας”.
35. Έλεγε ο αββάς Ματόης:
“Προτιμώ εργασία ελαφριά και συνεχή παρά εξουθενωτική εξαρχής που γρήγορα όμως σταματάει”.
58. Είπε ο αββάς Φορτάς:
“Εάν ο Θεός θέλει να ζω, γνωρίζει πώς θα με εξοικονομήσει. Εάν όμως δεν θέλει, τι σκοπό έχει για μένα η ζωή;”
Δεν δεχόταν τίποτε από κανένα, αν και ήταν κρεβατωμένος. Και έλεγε:
“Εάν προσφέρει κανείς κάποια φορά κάτι σε μένα και δεν το κάνει για τον Θεό, ούτε εγώ έχω κάτι να του δώσω ούτε θα ΄χει μισθό από τον Θεό, εφόσον δεν το πρόσφερε για τον Θεό, και έτσι αδικείται αυτός που πρόσφερε.
Όσοι έχουν αφιερωθεί στον Θεό και σ΄ Αυτόν αποβλέπουν μόνο, πρέπει να έχουν τέτοια ευλάβεια, ώστε τίποτε να μην εκλαμβάνουν ως καταφρόνια, έστω κι αν συμβεί άπειρες φορές να αδικούνται”.
63. Επισκέφθηκαν κάποιοι αδελφοί στην έρημο ένα φημισμένο Γέροντα και του είπαν:
“Πώς μένεις καρτερικά εδώ, αββά, σηκώνοντας την κακοπάθεια αυτή;”
Και ο Γέροντας αποκρίθηκε:
“Όλη η κακοπάθειά μου όσον χρόνο βρίσκομαι εδώ, δεν συγκρίνεται ούτε με μια μέρα της κόλασης”.
68. Ένας Γέροντας μόναζε στην έρημο και το διάστημα που περπατούσε για να προμηθεύεται το νερό ήταν δώδεκα μίλια.
Κάποια φορά λοιπόν που πήγε να πάρει νερό, βαρέθηκε και είπε:
“Τι χρειάζεται αυτός ο κόπος; Θα ΄ρθω να μείνω κοντά στο νερό”.
Μόλις το ΄πε αυτό, στρέφει το κεφάλι και βλέπει κάποιον να τον ακολουθεί και να μετράει τα βήματά του.
Τον ρωτάει ευθύς: “Ποιος είσαι εσύ;”
“Άγγελος Κυρίου -του απαντά- σταλμένος να μετρήσω τα βήματά σου για να σου δώσω τον μισθό σου”.
Μόλις τ΄ άκουσε αυτό ο Γέροντας, ενθαρρύνθηκε, έγινε προθυμότερος και πήγε άλλα πέντε μίλια πιο βαθιά στην έρημο.
80. Ήταν ένας Γέροντας στη Θηβαϊδα που έμενε σ΄ ένα σπήλαιο και είχε έναν υποτακτικό μαθητευόμενο. Συνήθιζε ο Γέροντας κάθε βράδυ να του δίνει ωφέλιμες συμβουλές και μετά από τη νουθεσία, έκανε προσευχή και τον έστελνε να κοιμηθεί. Κάποτε συνέβη μερικοί ευλαβείς λαϊκοί, επειδή γνώριζαν τη μεγάλη άσκηση του Γέροντα, να τους επισκεφθούν και να προσφέρουν σ΄ αυτούς κάποιο φαγητό να φάνε. Αφού έφυγαν αυτοί, κάθισε πάλι ο Γέροντας το βραδάκι, όπως το συνήθιζε, και νουθετούσε τον αδελφό. Την ώρα όμως που του μιλούσε, τον πήρε ο ύπνος. Και ο αδελφός έμεινε κοντά του, έως ότου ξυπνήσει και του κάνει την ευχή. Καθώς λοιπόν καθόταν πολλή ώρα και ο Γέροντας δεν ξυπνούσε, ενοχλήθηκε από τους λογισμούς του να πάει να κοιμηθεί χωρίς να του κάνει την απόλυση. Αλλά βίασε τον εαυτό του και αντιστάθηκε στον λογισμό και παρέμεινε. Πάλι όμως ενοχλήθηκε και δεν έφυγε. Κατά τον ίδιο τρόπο ενοχλήθηκε επτά φορές και αντιστάθηκε στον λογισμό. Αργότερα, αφού είχε προχωρήσει η νύκτα, ξύπνησε ο Γέροντας και τον βρήκε να κάθεται δίπλα του και του
λέει:
“Δεν έφυγες μέχρι αυτή την ώρα;”
Κι εκείνος είπε:
“Όχι, αββά, γιατί δεν μου ΄κανες απόλυση”.
“Και γιατί -τον ρωτάει ο Γέροντας- δεν με ξύπνησες;”
“Δεν τόλμησα -απαντά ο μαθητής- να σε σκουντήσω για να μη σου διακόψω τον ύπνο”.
Σηκώθηκαν ευθύς, άρχισαν τον όρθρο και όταν τελείωσε η ακολουθία, απέλυσε τον αδελφό ο Γέροντας. Και την ώρα που καθόταν μόνος, ήρθε σε έκσταση και βλέπει κάποιον να του δείχνει έναν τόπο λαμπρό στον οποίο υπήρχε ένας θρόνος και επάνω στον θρόνο ήταν τοποθετημένα επτά στεφάνια.
Και ρώτησε αυτόν που του τα έδειχνε:
“Τίνος είναι αυτά;”
Κι εκείνος είπε:
“Του μαθητή σου. Τον τόπο και τον θρόνο του τα χάρισε ο Θεός για την υπακοή του. Και τα επτά στεφάνια τα κέρδισε αυτή τη νύκτα”.
Απόρησε ο Γέροντας γι αυτό που άκουσε και γεμάτος από δέος καλεί τον αδελφό και του λέει:
“Πες μου, τι έκανες τη νύκτα αυτή;”
“Συγχώρα με, αββά -απάντησε εκείνος- δεν έκανα τίποτε”.
Ο Γέροντας νομίζοντας ότι από ταπεινοφροσύνη δεν ομολογεί, του είπε:
“Δεν θα σ΄ αφήσω να φύγεις, εάν δεν μου πεις τι έκανες ή τι σκέφτηκες τη νύκτα αυτή”.
Αλλά ο αδελφός επειδή γνώριζε καλά ότι τίποτε δεν έχει κάνει, δεν είχε τι να πει.
Και λέει στον πατέρα:
“Αββά, δεν έκανα τίποτε, παρά μόνο ότι ενοχλήθηκα από λογισμούς επτά φορές
να φύγω χωρίς να μου κάνεις την απόλυση, αλλά δεν έφυγα”.
Όταν τ΄ άκουσε αυτό ο Γέροντας, κατάλαβε ότι κάθε φορά που πάλευε και νικούσε τον λογισμό του, κέρδιζε ένα στεφάνι από τον Θεό. Στον αδελφό βέβαια δεν είπε τίποτε, αλλά τα διηγήθηκε αυτά σε ανθρώπους πνευματικούς χάριν ωφελείας, για να γνωρίζουμε ότι και για λογισμούς πού δεν έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα ο Θεός μας στεφανώνει.
Καλό λοιπόν είναι να βιάζουμε πάντοτε τον εαυτό μας από αγάπη για τον Θεό.
Γιατί η Βασιλεία των Ουρανών βιάζεται και την αρπάζουν αυτοί που αγωνίζονται.
81. Κάποτε ένας Γέροντας που έμενε στα Κελλία μόνος, αρρώστησε. Και
επειδή δεν είχε κανέναν να τον εξυπηρετεί, σηκωνόταν και ό,τι έβρισκε στο κελί του το έτρωγε με διάκριση. Έμεινε άρρωστος πολλές μέρες και κανείς δεν ήρθε να τον επισκεφθεί. Όταν πέρασαν τριάντα μέρες και κανείς δεν είχε έρθει, έστειλε ο Θεός έναν άγγελο να τον υπηρετεί.
Έμεινε εκεί ο άγγελος επτά ημέρες και τότε θυμήθηκαν οι Πατέρες τον Γέροντα και είπαν μεταξύ τους:
“Μήπως πέθανε ο τάδε Γέροντας;”
Πήγαν πράγματι και μόλις χτύπησαν την πόρτα, έφυγε ο άγγελος.
Ο Γέροντας φώναζε δυνατά από μέσα:
“Φύγετε απ΄ εδώ, αδελφοί”.
Αλλά παραβίασαν την πόρτα και μπήκαν και τον ρώτησαν γιατί φώναζε.
Κι εκείνος τους είπε:
“Τριάντα ημέρες ήμουν άρρωστος και κανείς δεν ήρθε να με δει.
Και να, εδώ και επτά ημέρες έστειλε ο Θεός τον άγγελό του να με υπηρετεί.
Και μόλις ήλθατε, έφυγε από κοντά μου”.
Μετά το λόγο αυτό, εκοιμήθη. Και οι αδελφοί θαύμασαν και δόξασαν τον Θεό, που δεν εγκαταλείπει αυτούς που ελπίζουν σ΄ Αυτόν.
82. Είπε ένας Γέροντας:
“Εάν σε βρει αρρώστια σωματική, μη χάνεις το θάρρος σου.
Γιατί αν θέλησε ο Κύριός σου να υποφέρεις στο σώμα, ποιος είσαι σύ πού θα δυσφορήσεις;
Αυτός δεν σε φροντίζει για όλα;
Μήπως ζεις εν τη απουσία του;
Να είσαι καρτερικός λοιπόν και να Τον παρακαλείς να σου δίνει αυτά που σου συμφέρουν, δηλαδή να γίνεται το θέλημά Του.
Να ζεις με καρτερία και να τρέφεσαι από ελεημοσύνη (όσο είσαι άρρωστος)”.
87. Έλεγε κάποιος από τους Γέροντες για τον φτωχό Λάζαρο:
“Δεν βρίσκουμε να ΄χει κάνει αυτός καμιά αρετή, μόνο πού δεν γόγγυσε ποτέ κατά του Θεού ότι δεν τον σπλαχνίστηκε, αντίθετα, σήκωσε τον πόνο του με ευγνωμοσύνη και δεν κατέκρινε τον πλούσιο. Γι αυτό ο Θεός τον δέχθηκε ως δικό του”.
89. Είπε άλλος Γέροντας:
“Ο λόγος για τον οποίο δεν προκόβουμε είναι ότι δεν γνωρίζουμε τα μέτρα μας, ούτε έχουμε υπομονή στο έργο που αρχίζουμε αλλά θέλουμε άκοπα να αποκτούμε αρετή.
Επιπλέον πηγαίνουμε από τόπο σε τόπο νομίζοντας ότι θα βρούμε κάποιον τόπο πού δεν υπάρχει διάβολος”.
97. Ένας από τους Πατέρες κατοικούσε σε κάποιον τόπο και έκανε ζωή υποδειγματική.
Αυτός είχε έναν αδελφό που ήταν ηγούμενος μιας Λαύρας. Σκέφθηκε λοιπόν κάποια μέρα:
“Γιατί να κάθομαι εδώ και να κοπιάζω; Θα πάω στον αδελφό μου και αυτός θα μου δίνει τα χρειαζούμενα”.
Σηκώθηκε και πήγε στον αδελφό του, ο οποίος μόλις τον είδε χάρηκε. Λέγει λοιπόν του αδελφού του:
“Θέλω να μείνω εδώ αλλά δώσ΄ μου ένα κελί για να μένω μόνος”.
Του έδωσε, αλλά από την ώρα εκείνη και ύστερα λησμόνησε ότι ο αδελφός του ήλθε εκεί.
Οι αδελφοί της Λαύρας βλέποντας ότι είναι αδελφός του ηγουμένου, νόμιζαν ότι ο αδελφός του, του προσφέρει ό,τι χρειάζεται και δεν του πήγαν τίποτε, ούτε τον κάλεσαν σε κελί να πάρει τουλάχιστον ψωμί.
Και αυτός καθώς ήταν διστακτικός από σεβασμό, δεν ενοχλούσε κανέναν.
Σκέφθηκε τότε και είπε:
“Ίσως δεν είναι θέλημα Θεού να μείνω εδώ”.
Παίρνει λοιπόν το κλειδί του κελιού, το επιστρέφει στον αδελφό του και του λέει:
“Συγχώρα με, δεν μπορώ να μένω εδώ”.
Εκείνος εξεπλάγη και του λέει:
“Πότε ήλθες εδώ;”
“Εσύ δεν μου ΄δωσες το κλειδί του κελιού;” τον ρωτάει.
“Πίστεψέ με -του λέει ο αδελφός του- δεν θυμόμουν ότι ήλθες εδώ. Αλλά για τ΄ όνομα του Κυρίου, πες μου ποιος λογισμός σε έκανε και ήλθες εδώ;”
Κι εκείνος του είπε:
“Ακριβώς με τέτοια ελπίδα, να βρω δηλαδή ανάπαυση κοντά σου”.
Τότε του λέει ο αδελφός του:
“Δίκαια λοιπόν μ΄ έκανε ο Θεός να σε λησμονήσω, γιατί δεν στήριξες την ελπίδα σου σ΄ Εκείνον, αλλά σε μένα”.
Έτσι σηκώθηκε και επέστρεψε στο τόπο που κατοικούσε πρώτα.

Σάββατο 4 Ιουνίου 2011

Οι Αγίες Μάρθα και Μαρία οι αδελφές του Λαζάρου


Ἐκ Βηθανίας τὰς ἀδελφὰς Λαζάρου,
Σῴζειν δύνασθαι καὶ νεκρὰς πιστευτέον.
Τετάρτῃ Μάρθα ἠδὲ Μαρίη ἔβησαν πόλῳ λαμπρῷ.

Η Μάρθα και η Μαρία, μαζί με τον αδελφό τους Λάζαρο, ήταν για τον Κύριο Ιησού Χριστό η πιο αγαπητή και αγία οικογένεια της Βηθανίας. Το Ευαγγέλιο, μας παρουσιάζει τη Μαρία να απορροφάται από τη διδασκαλία του Ιησού, ενώ η Μάρθα, που ήταν μεγαλύτερη αδελφή, φροντίζει πολύ για το τραπέζι της φιλοξενίας. Γι' αυτό ακούει από το στόμα του Διδασκάλου το πασίγνωστο και διδακτικότατο «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά, Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ᾿ αὐτῆς» (Λουκ. ι' 38-42). Η Μαρία επίσης, άλειψε και με πολύτιμο μύρο τα πόδια του Ιησού και σπόγγισε υστέρα με την παρθενική της κόμη.
Και οι δύο αδελφές, ευσεβή και διακεκριμένα μέλη της πρώτης χριστιανικής Εκκλησίας, αξιώθηκαν να πεθάνουν ειρηνικά και όχι εν διωγμώ. Διότι ο Κύριος δεν θέλησε ν' αφήσει να πονέσουν οι καρδιές, των οποίων κάτω από τη στέγη του σπιτιού τους, είχε απολαύσει τόση αγία γαλήνη τις παραμονές των παθών Του.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α´. Τὸν Συνάναρχον Λόγον.
Τῷ Σωτῆρι ἀμέμπτως διακονήσασαι, αἱ τοῦ Ἁγίου Λαζάρου θεῖαι αὐτάδελφοι, σὺν τῇ Μάρθᾳ τῇ κλεινῇ, Μαρία πάνσεμνε, καὶ τὴν Ἀνάστασιν Αὐτοῦ, σὺν Μυροφόροις Γυναιξί, μαθοῦσαι ἐκ τοῦ Ἀγγέλου, φωτὸς ἐμπλήσθητε θείου, ἡμῖν αἰτοῦσαι τὰ σωτήρια.

Κοντάκιον
Ἦχος β´. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Τῶν ἀδελφῶν τὴν δυάδα τὴν πάντιμον, τὰς τοῦ Λαζάρου συγγόνους τιμήσωμεν, Μαρίαν καὶ Μάρθαν ἐν ᾄσμασιν, ὡς ἂν αὐτῶν ἱκεσίαις πρὸς Κύριον, πταισμάτων συγχώρησιν λάβωμεν.

Κάθισμα
Ἦχος γ´. Τὴν ὡραιότητα.
Χριστοῦ διάκονοι, ὄντως ἐδείχθησαν, ὡς πλήρεις πίστεως, καὶ σκεύη τίμια, αἱ τοῦ Λαζάρου ἀδελφαί, ἡ Μάρθα καὶ ἡ Μαρία· ἡ μὲν γὰρ ἐδέσματα, τούτῳ πίστει ἡτοίμασεν, ἡ δὲ μύρῳ ἤλειψε, καὶ θριξὶ κεφαλῆς αὐτῆς, ἐξέμαξε Κυρίου τοὺς πόδας· ὅθεν αὐτὰς ἄμφω τιμῶμεν.

Ὁ Οἶκος
Τῷ σαρκωθέντι δι᾿ ἡμᾶς, καὶ σώσαντι τὸν κόσμον, Χριστῷ τῷ πάντων Βασιλεῖ, πιστεύσασαι προθύμως, τούτου μαθήτριαι ἀληθεῖς, καὶ μυροφόροι ὤφθητε, ὦ Μάρθα καὶ Μαρία, δυὰς ἡγιασμένη· καὶ τὸν ὁμαίμονα ὑμῶν, ἤδη τετραήμερον καὶ ὀδωδότα ἐν τάφῳ κείμενον, τῇ ζωοποιῷ αὐτοῦ φωνῇ ζῶντα ἀπολαβοῦσαι, τὰ τῆς θεότητος Αὐτοῦ μεγαλεῖα, καὶ τὴν μεγίστην ἐξουσίαν ᾐνέσατε φωνῇ μεγάλῃ· καὶ ἑκουσίως θανόντι καὶ ταφέντι, καὶ τάφῳ τεθειμένῳ, μύρα προσκομίσασαι σὺν ταῖς λοιπαῖς Ἁγίαις Μυροφόροις, καὶ τῆς ἐγέρσεως Αὐτοῦ κήρυκες πᾶσιν ὤφθητε· ὅν δυσωπεῖτε δεόμεθα, ὡς ἄν πταισμάτων συγχώρησιν λάβωμεν.

Μεγαλυνάριον
Χαίρετε αὐτάδελφοι ἱεραί, Μάρθα καὶ Μαρία, σεμναὶ ἤθεσι καὶ ζωῆς χαίρετε Λαζάρου, αἱ σύγγονοι αἱ θεῖαι, μεθ᾿ οὗ ἡμῖν αἰτεῖσθε, τὸ θεῖον ἔλεος.