Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

Η σταύρωση του Κυρίου,η αποκαθήλωση και περιφορά του Επιταφίου

Την Μεγάλη Παρασκευή οι χριστιανοί όλου του κόσμου, ζουν την κορύφωση του Θείου Δράματος. Είναι η ημέρα των Παθών του Ιησού. Αφιερωμένη από την Εκκλησία μας στις τελευταίες ώρες πριν την Σταύρωση, μας υπενθυμίζει τα παρακάτω γεγονότα:
Ο Χριστός, μετά την σύλληψη του στο Όρος των Ελαιών, δικάστηκε και καταδικάστηκε από τους Αρχιερείς. Η δίκη ήταν βέβαια τυπική αφού η ετυμηγορία είχε αποφασιστεί πριν καν συλληφθεί. Οι Αρχιερείς ήθελαν τον θάνατο Του.
Επειδή όμως δεν είχαν την νόμιμη εξουσία, έπρεπε η καταδικαστική απόφαση να απαγγελθεί από τον Ρωμαίο διοικητή. Τα χρόνια εκείνα διοικητής στην Ιερουσαλήμ ήταν ο Πιλάτος. Σε αυτόν σύρθηκε ο Ιησούς, ενώ το πλήθος, μετά από παρότρυνση των Αρχιερέων, φωνάζοντας, ζητούσε την Σταύρωση Του. Υπήρχε το έθιμο, την ημέρα του Εβραϊκού Πάσχα, οι Ρωμαίοι να απελευθερώνουν έναν κατάδικο Εβραίο. Ο Πιλάτος θέλοντας να μην έχει την ευθύνη της σταύρωσης του Χριστού, ζήτησε από το πλήθος να διαλέξει ανάμεσα στον Θεάνθρωπο και στον Βαραβά, ένα
στασιαστή και φονιά, ποιος θα ήταν αυτός που θα απελευθερωνόταν. Το πλήθος, δια βοής, επέλεξε να αφεθεί ελεύθερος ο Βαραβάς. Αμέσως μετά, και με την εντολή πλέον του Πιλάτου, ο Χριστός οδηγείται στην εσωτερική αυλή του Πραιτωρίου (του διοικητηρίου δηλαδή των Ρωμαίων). Εκεί οι στρατιώτες του φορούν μια πορφύρα και ένα αγκάθινο στεφάνι. Χλευαστικά αποκαλώντας τον «Βασιλιά των Ιουδαίων», τον χτυπούν και τον φτύνουν. Η ώρα της Σταύρωσης έχει πλησιάσει.
Φορτωμένος ο Ιησούς με τον Σταυρό στον οποίο θα σταυρωθεί, οδηγείται προς τον λόφο του Γολγοθά. Στο δρόμο δεν αντέχει το βάρος του Σταυρού και πέφτει. Οι Ρωμαίοι επιβάλουν στον Σίμωνα τον Κυρηναίο, που διερχόταν από εκείνο το σημείο, να μεταφέρει αυτός τον Σταυρό του Μαρτυρίου. Τελικά στις 9 η ώρα το πρωί, ο Ιησούς σταυρώνεται. Το μαρτύριο του Χριστού κράτησε έξι ώρες. Στις 3 η ώρα το απόγευμα παρέδωσε το πνεύμα Του, αφού προηγουμένως είχε συγχωρήσει όσους ευθύνονταν για τον θάνατο Του. Επειδή όμως το Σάββατο απαγορεύονταν οι κηδείες, ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία, κρυφός μαθητής του Χριστού, ζήτησε
από τον Πιλάτο να πάρει το σώμα Του και να το ενταφιάσει. Η άδεια αυτή του δόθηκε και έτσι τυλίγοντας το σώμα του Χριστού σε ένα σεντόνι, τον ενταφίασε σε ένα μνήμα λαξευμένο σε βράχο. Το άνοιγμα του μνήματος, κλείστηκε με μια μεγάλη πέτρα. Η τελετή της Αποκαθήλωσης, γίνεται στις εκκλησίες μας, το μεσημέρι της μεγάλης Παρασκευής. Ενώ το βράδυ της ίδιας ημέρας τελείται η περιφορά του Επιταφίου. Οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούν πένθιμα όλη την διάρκεια της ημέρας.
Η νηστεία της ημέρας είναι αυστηρότατη και απαγορεύει ακόμα και το λάδι. Πολλοί πιστοί συνηθίζουν να πίνουν την Μεγάλη Παρασκευή λίγο ξύδι, εις ανάμνηση αυτού που έδωσαν στον Ιησού, όταν ζήτησε νερό τις τελευταίες στιγμές της επίγειας ζωής Του. Το έθιμο απαγορεύει κάθε εργασία την ημέρα αυτή. Σε πολλές περιοχές φτιάχνουν ένα ομοίωμα του Ιούδα, και μετά την περιφορά του Επιταφίου το παραδίδουν στην φωτιά. Τα λουλούδια του επιταφίου, μοιράζονται στους πιστούς, οι οποίοι τα φυλούν μαζί με τις εικόνες στα σπίτια τους. Τέλος, την ημέρα αυτή συνηθίζεται οι πιστοί να επισκέπτονται τους τάφους των νεκρών συγγενών και φίλων.

Η σημασία της θυσίας του Χριστού για τη ζωή μας!

Του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου
«Ο Κύριος Ιησούς και Θεός μας χωρίς να φταίει σε τίποτε ραπίσθηκε, ώστε οι αμαρτωλοί που θα τον μιμηθούν, όχι μόνον να λάβουν άφεση των αμαρτιών τους, αλλά και να γίνουν συγκοινωνοί στη θεότητά του με την υπακοή τους.
Εκείνος ήταν Θεός κι έγινε για μας άνθρωπος. Ραπίσθηκε, φτύστηκε και σταυρώθηκε, και με όσα έπαθε ο απαθής κατά τη θεότητα είναι σαν να μας διδάσκει και να λέει στον καθένα μας:
«Αν θέλεις, άνθρωπε, να γίνεις Θεός, να κερδίσεις την αιώνια ζωή και να ζήσεις μαζί μου, πράγμα που ο προπάτοράς σου, επειδή το επεδίωξε με κακό τρόπο, δεν το πέτυχε, ταπεινώσου, καθώς ταπεινώθηκα κι εγώ για σένα-; απόφυγε την αλαζονεία και την υπερηφάνεια του δαιμονικού φρονήματος, δέξου ραπίσματα, φτυσίματα, κολαφίσματα, υπόμεινέ τα μέχρι θανάτου και μην ντραπείς.
Αν όμως εσύ ντραπείς να πάθεις κάτι χάρη των εντολών μου, καθώς εγώ ο Θεός έπαθα για σένα, θα θεωρήσω κι εγώ ντροπή μου το να είσαι μαζί μου κατά την ένδοξη έλευσή μου και θα πω στους αγγέλους μου:
Αυτός κατά την ταπείνωσή μου ντράπηκε να με ομολογήσει και δεν καταδέχθηκε να εγκαταλείψει τον κόσμο και να γίνει όμοιός μου. Τώρα λοιπόν που απογυμνώθηκε από τη φθαρτή δόξα του Πατέρα μου, θεωρώ ντροπή μου ακόμη και να τον βλέπω. Πετάξτε τον λοιπόν έξω: «αρθήτω ο ασεβής, ίνα μή ίδη τήν δόξαν Κυρίου» (Ησ. 26:10) (διώξτε τον ασεβή για να μη δει τη δόξα του Κυρίου).
Φρίξετε, άνθρωποι, και τρομάξετε, και υπομείνετε με χαρά τις ύβρεις που ο Θεός υπέμεινε για τη σωτηρία μας... Ο Θεός ραπίζεται από έναν τιποτένιο δούλο... και εσύ δεν καταδέχεσαι να το πάθεις αυτό από τον ομοιοπαθή σου άνθρωπο; Ντρέπεσαι να γίνεις μιμητής του Θεού, και πώς θα συμβασιλεύσεις μ'; αυτόν και θα συνδοξασθείς στη βασιλεία των ουρανών, αν δεν υπομείνεις τον αδελφό σου; Αν και ';κείνος δεν καταδεχόταν να γίνει άνθρωπος για σένα και σ'; άφηνε να κείτεσαι μέχρι τώρα στην πτώση της παραβάσεως, δεν θα βρισκόσουν τώρα στον πυθμένα του Άδη, άθλιε, με τους άπιστους και τους ασεβείς;
Αλλά τί θα πούμε προς αυτούς πού δήθεν εγκατέλειψαν τα πάντα κι έγιναν φτωχοί για την βασιλεία των ουρανών;
Αδελφέ, φτώχυνες και μιμήθηκες το Δεσπότη Χριστό και Θεό σου. Βλέπεις λοιπόν ότι τώρα ζει και συναναστρέφεται μαζί σου, αυτός που βρίσκεται υπεράνω όλων των ουρανών. Να, βαδίζετε τώρα οι δυο μαζί-; κάποιος σας συναντάει στο δρόμο της ζωής, δίνει ράπισμα στον Δεσπότη σου, δίνει και σε σένα. Ο Δεσπότης δεν αντιλέγει και συ αντεπιτίθεσαι; «Ναι», λέει, γιατί είπε σε εκείνον που τον ράπισε: «ει κακώς ελάλησα, μαρτύρησον περί του κακού-; ει δε καλώς, τί με δέρεις;» (Ιω. 18,23). (Αν είπα κάτι κακό, πες ποιο ήταν-; αν όμως μίλησα σωστά, γιατί με χτυπάς;)».
Αυτό όμως δεν το είπε αντιμιλώντας, όπως φαντάστηκες, αλλά επειδή εκείνος «αμαρτίαν ουκ εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού» (δεν έκανε αμαρτία, ούτε βρέθηκε δόλος στο στόμα του).
Και για να μη νομισθεί, ότι, επειδή τάχα αμάρτησε, δίκαια τον χτύπησε ο δούλος λέγοντάς του: «ούτως αποκρίνει τω αρχιερεί;» (Ιω. 18,22)-; (έτσι αποκρίνεσαι στον αρχιερέα;), για να αποδείξει λοιπόν ανεύθυνο τον εαυτό του, είπε τον παραπάνω λόγο. Δεν είμαστε όμως όμοιοί του εμείς οι υπεύθυνοι για πολλές αμαρτίες.
Έπειτα, μολονότι υπέμεινε πολύ χειρότερα απ'; αυτό, δεν μίλησε καθόλου, αλλά μάλλον προσευχήθηκε για τους σταυρωτές Του.
Εκείνος, αν και τον περιέπαιζαν, δεν αγανακτούσε, και σε γογγύζεις;
Εκείνος ανέχεται φτυσίματα, κολαφίσματα και φραγγελώσεις, και σε δεν ανέχεσαι ούτε ένα σκληρό λόγο;
Εκείνος δέχεται σταυρό και την οδύνη των καρφιών κι ατιμωτικό θάνατο, και συ δεν καταδέχεσαι να εκτελέσεις τα ταπεινά διακονήματα;
Πώς λοιπόν θα γίνεις συγκοινωνός στη δόξα, αφού δεν καταδέχεσαι να γίνεις συγκοινωνός στον ατιμωτικό του θάνατο; Μάταια στ'; αλήθεια εγκατέλειψες τον πλούτο, αφού δεν δέχθηκες να σηκώσεις τον σταυρό, δηλ. να υπομείνεις πρόθυμα την επίθεση όλων των πειρασμών -; έτσι απόμεινες μόνος στον δρόμο της ζωής και χωρίσθηκες δυστυχώς από τον γλυκύτατο Δεσπότη και Θεό σου!»

Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

Το βάψιμο των αβγών είναι το κατεξοχήν πασχαλινό έθιμο και γίνεται κάθε Μεγάλη Πέμπτη.

Η ιστορία του κόκκινου αβγού
Τα κόκκινα ή διακοσμημένα αβγά τα συναντάμε πριν από τα χρόνια του Χριστού, στην αρχαία Ρώμη, την Κίνα, την Γαλιλαία, την Περσία και την Αίγυπτο, όπου μοιράζονται σε ανοιξιάτικες γιορτές αφού -μαζί με τα κουνέλια- αποτελούσαν αρχαίο σύμβολο γονιμότητας, άξιο λατρείας και σεβασμού.
Το βάψιμο των αβγών
Το βάψιμο των αβγών γίνεται πάντα την Μεγάλη Πέμπτη και για αυτό το λόγο πολλοί την ονομάζουν Κόκκινη Πέφτη ή Κοκκινοπέφτη. Η μέρα αυτή είναι η ημέρα του Μυστικού Δείπνου, όπου ο Χριστός προσέφερε άρτο και οίνο ως συμβολισμό για το σώμα Του και το αίμα Του. Το βάψιμο των αβγών με κόκκινο χρώμα συμβολίζει το αίμα του Ιησού Χριστού που έσταξε, όταν τον λόγχισε ο Ρωμαίος στρατιώτης. Παράλληλα, το κόκκινο χρώμα συμβολίζει -στην ορθόδοξη παράδοση- την χαρά. Οι χριστιανοί συμβολίζουν με το αβγό τον τάφο από τον οποίο εξήλθε, όταν αναστήθηκε, ο Χριστός. Σύμφωνα δε με την λαϊκή παράδοση τα αυγά οφείλουν το χρώμα τους στην εξής ιστορία «...Όταν είπαν ότι αναστήθηκε ο Χριστός, κανείς δε το πίστευε. Μια γυναίκα μάλιστα που κρατούσε ένα καλάθι με αβγά, για να πεισθεί, φώναξε: - Μπορεί από άσπρα να γίνουν κόκκινα αυτά τα αβγά; Και πράγματι έγιναν!».
Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας το πρώτο από τα βαμμένα αβγά είναι της Παναγίας και το φυλάνε στο εικονοστάσι για όλο το χρόνο. Έχει θεραπευτικές και προστατευτικές ιδιότητες.
Γιατί τσουγκρίζουμε τα αυγά;
Πριν φάμε τα κόκκινα αβγά το βράδυ της Ανάστασης ή την Κυριακή του Πάσχα ο καθένας διαλέγει το αβγό του και το τσουγκρίζει με το αβγό ή τα αβγά των άλλων. Όποιος έχει το πιο δυνατό αυγό και δεν του σπάσει, συνεχίζει την "αβγομαχία" με τον επόμενο κ.ο.κ. Κάθε φορά που τσουγκρίζουμε το αυγό μας λέμε τη φράση «Χριστός Ανέστη» και παίρνουμε την απάντηση «Αληθώς ο Κύριος». Tο τσούγκρισμα των πασχαλινών αβγών συμβολίζει την Aνάσταση του Xριστού μιας και το αβγό συμβολίζει τη ζωή και τη δημιουργία που κλείνει μέσα του τη ζωή. Καθώς όταν σπάει το κέλυφος του αβγού γεννιέται μια ζωή, έτσι και το πασχαλινό αβγό συμβολίζει το "σπάσιμο" του τάφου του Xριστού και την Aνάστασή Tου.

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

Η ιστορία της Μεγάλης Τετάρτης - Το Μέγα Ευχέλαιο

Είμαστε πλέον στο μέσο της Μεγάλης Εβδομάδας. Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος είναι αυτός που εξιστορεί τι έγινε την Μεγάλη Τετάρτη:
Ο Ιησούς βρισκόταν στο σπίτι του Σίμωνα του λεπρού. Εκεί εμφανίστηκε μια γυναίκα κρατώντας ένα μπουκαλάκι με ακριβό μύρο. Ζήτησε συγχώρεση από τον Υιό του Θεού, επειδή ήταν πόρνη, και έριξε αυτό το μύρο στα μαλλιά Του.
Οι μαθητές του Ιησού, θεώρησαν την πράξη αυτή μεγάλη σπατάλη, αφού θα μπορούσαν να πουλήσουν το μύρο και με τα χρήματα που θα έπαιρναν να βοηθούσαν τους φτωχούς.
Ο Ιησούς παίρνοντας το μέρος της γυναίκας, επέπληξε τους μαθητές του, λέγοντας τους ότι η γυναίκα αυτή του έκανε καλό, αφού με αυτό το μύρο τον ετοίμασε για την ταφή. Τους θύμισε ότι τους φτωχούς θα μπορούν να τους βοηθούν καθ' όλη την διάρκεια της ζωής τους, ενώ Εκείνον θα τον έχουν για λίγο ακόμα. Την συγχώρησε για τις αμαρτίες της και, προφητικά μιλώντας, είπε ότι η πράξη της αυτή θα αναφέρεται στο Ευαγγέλιο που θα κηρυχθεί σε όλο τον κόσμο, αποτελώντας, αυτή η αναφορά, ένα μνημόσυνο γι' αυτήν. Τότε ο Ιούδας έφυγε και πήγε να συναντήσει τους Αρχιερείς. Τους ρώτησε τι θα του δώσουν για να τους παραδώσει τον Χριστό, και αυτοί του υποσχέθηκαν τριάντα αργύρια.
Το απόγευμα της Μεγάλης Τετάρτης, στις εκκλησίες μας, τελείται το Μυστήριο του Μεγάλου Ευχελαίου.
Κατά την διάρκεια του, διαβάζονται επτά Ευαγγέλια και επτά Ευχές. Ευλογείται έτσι το λάδι με το οποίο ο ιερέας «σταυρώνει» τους πιστούς στο μέτωπο, στο πηγούνι, στα μάγουλα και στις παλάμες.
Το Μυστήριο του Ευχελαίου, μπορεί να τελεστεί και εκτός ναού, όποτε το ζητήσει ένας πιστός από τον ιερέα της ενορίας του. Και τότε, όταν τελείται δηλαδή σε κάποιο σπίτι, διαβάζονται επτά Ευαγγέλια και επτά Ευχές.
Το λάδι του Ευχελαίου θεωρείται θεραπευτικό. Κατά την διάρκεια του μυστηρίου ο ιερέας ανάβει ένα κερί για κάθε Ευαγγέλιο που διαβάζει. Αυτό κάνουν και μερικοί πιστοί κατά την διάρκεια του Μεγάλου Ευχελαίου, στην εκκλησία,την Μεγάλη Τετάρτη.
Σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας, οι γυναίκες πηγαίνουν στο Μεγάλο Ευχέλαιο, έχοντας μαζί τους μια σουπιέρα με αλεύρι. Σε αυτό στερεώνουν τρία κεριά, τα οποία καίνε κατά την τέλεση του Μυστηρίου. Το αλεύρι αυτό, το χρησιμοποιούν για να φτιάξουν τα πασχαλινά κουλούρια την επόμενη ημέρα.

Κυριακή 8 Απριλίου 2012

Ιδού ο Νυμφίος έρχεται!

Τη Μεγάλη Βδομάδα, δεν τη λέμε μεγάλη, επειδή έχει μεγαλύτερες ή περισσότερες μέρες ή ώρες. Αλλά, γιατί στη διάρκειά της διαδραματίζονται μεγάλα γεγονότα.
Και ασφαλώς δεν μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερο γεγονός από τον πόλεμο ανάμεσα στο Χριστό και στο Σατανά.
Όπου το ισχυρότερο όπλο του Σατανά είναι ο θάνατος και του Χριστού η ανάσταση. Και το διαφιλονικούμενο και διεκδικούμενο είναι η ψυχή του ανθρώπου.
Το πρώτο χτύπημα ο Σατανάς το έδωσε με το θάνατο του Λαζάρου. Στο οποίο ο Χριστός απάντησε με την ανάσταση του φίλου του.
Γεγονός, που έκαμε το Σατανά ν’ αποφασίσει το θάνατο του ίδιου του Χριστού.
Και βέβαια δεν χρειάστηκε να βρει κάποιους ληστές και κακούργους, για να πετύχει το σκοπό του.
Ήδη ο φθόνος και η ιδιοτέλεια είχαν προετοιμάσει τη θρησκευτική, νομική και οικονομική αφρόκρεμα. Επειδή, ακριβώς, ένιωθαν, όχι μόνο να επισκιάζονται από την παρουσία του Χριστού, αλλά και ν’ απειλούνται τα συμφέροντά τους.
Όπως επίσης η φιλαργυρία είχε δηλητηριάσει τον Ιούδα και οι φιλοδοξίες το σύνολο των μαθητών. Που ονειρεύονταν μεγαλεία με πλούτη και τιμές. Για να ’ρθει η προδοσία. Και στη δύσκολη στιγμή η άρνηση και η εγκατάλειψη.
Για την πολιτική εξουσία το όλο θέμα ήταν περίπου αδιάφορο. Γι’ αυτό, παρότι ο Πιλάτος διέγνωσε ότι από φθόνο ήθελαν να τον σταυρώσουν, δεν τους χάλασε το χατίρι.
Και ο λαός; Κοπάδι, που πηγαίνει, όπου τον πηγαίνουν. Έτοιμος να φωνάξει το «άρον-άρον» για τους σταυρωμένους και το «ωσαννά» για τους σταυρωτές.
Και το ευνόητο ερώτημα:
Αν ξαναρχόταν, σήμερα, ο Χριστός, τι θα έκαναν οι ευσεβείς και ευλαβείς χριστιανοί!
Αλλά, όπως μας λέει το τροπάριο του Νυμφίου, ο Χριστός πάντα έρχεται.
Βέβαια δεν έρχεται με τις φανφάρες των μεγαλοαπατεώνων πριγκίπων της πολιτικής.
Ούτε με τις κωδωνοκρουσίες των πριγκίπων της Εκκλησίας. Που «ενδύονται πορφύραν και βύσσον, ευφραινόμενοι καθ’ ημέραν λαμπρώς».
Έρχεται με στέμμα του το ακάνθινο στέφανο. Ένδυμά του την κόκκινη χλαμύδα του εμπαιγμού και σκήπτρο το καλάμι του χλευασμού.
Έρχεται, όπως όλοι οι ταπεινωμένοι και καταδιωγμένοι της Γης. Οι «ελάχιστοι αδελφοί» του.
Κι έρχεται, όπως το τροπάριο του «Νυμφίου» μας λέει, μες στ’ άγρια μεσάνυχτα.
Για να ιδεί, αν είμαστε άγρυπνοι ή κοιμισμένοι.
Αν είμαστε, δηλαδή, δίπλα στους σταυρωμένους «ελάχιστους αδελφούς» του. Ή τρέχουμε ξοπίσω και ζητωκραυγάζουμε και ψηφίζουμε τους σταυρωτές του φτωχού λαού.
Όπως συμβαίνει, στις μέρες μας, με τα κοπάδια του δικομματικού συναγελασμού!
Που τρέχουν ξοπίσω και χειροκροτούν και ζητωκραυγάζουν και ψηφίζουν τα καθάρματα πολιτικού αμοραλισμού.
Τους προδότες της πατρίδας και του Χριστού. Και ορκισμένους σταυρωτές του λαού.
Παπα-Ηλίας

Τρίτη 3 Απριλίου 2012

Η προσευχή ως διάλογος με το Θεό.Η εμπειρία της παρουσίας του

Η ουσία κάθε προσευχής είναι ο διάλογος με το Θεό ως συνομιλητή. Από τη στιγμή που παρεμβάλλονται αποτρεπτικές από το σκοπό αυτό προθέσεις, η προσευχή βεβηλώνεται. Και αν. παρ’ όλα αυτά, προσποιείται κανείς ότι μιλάει με το Θεό, τότε η προσευχή καταντάει βλάσφημη υποκρισία. Κανένας από όσους πιστεύουν πως μπορούν να απορρίψουν την αυθεντική προσευχή εξαιτίας αυτής της ψευτοπροσευχής δε χαρακτήρισε τόσο τέλεια αυτή την παραμόρφωση και δεν τη στιγμάτισε τόσο αυστηρά όσο ο Ιησούς.
Η παραβολή του τελώνη και του φαρισαίου (Λκ. 18.10 εξ) μας δίνει ένα παράδειγμα. Ο φαρισαίος παραπείθει τον εαυτό του και τους άλλους ότι αποδίδει ευχαριστία στο Θεό. Στην πραγματικότητα, όταν προσεύχεται, αποβλέπει μόνο στον εαυτό του και στους ανθρώπους. Στην προσευχή αυτή που την κατέκρινε ο Ιησούς ταιριάζει πραγματικά εκείνο που ο L. Feuerbach νομίζει πως μπορεί να προσάψει γενικά σε όσους προσεύχονται: ότι λατρεύουν τη δική τους καρδιά. Ο φαρισαίος δε μιλάει στο Θεό. Ο τελώνης, αντίθετα, που έχει συνείδηση των αμαρτιών του, ζητώντας τη χάρη του Θεού, γυρεύει την επαφή μαζί του.
Στην επί του όρους ομιλία (Μτ. 6.5), ο Ιησούς περιγράφει την αλησμόνητη εικόνα του προσευχόμενου υποκριτή στις συναγωγές και στις πλατείες, όπου θέλει να τον βλέπουν οι άνθρωποι. Παίζει θέατρο. Η αρχαία ελληνική λέξη υποκριτής σημαίνει «ηθοποιός». Θέλει να τον βλέπουν οι άνθρωποι, και τον βλέπουν, πετυχαίνει το σκοπό του: «απέχει τον μισθόν του», «πήρε την ανταμοιβή του». Αυτή ακριβώς είναι η σημασία της αρχαίας ελληνικής έκφρασης. Από το Θεό δεν έχει τίποτα να περιμένει.
Ακολουθεί η θετική διδαχή: «Συ δε όταν προσεύχη είσελθε εις το ταμιείον σου» και κλείσε την πόρτα. Η λέξη «ταμιείον» σημαίνει το απόμερο δωμάτιο του σπιτιού, που είναι προφυλαγμένο από τους κλέφτες (όπου φυλάγονται οι προμήθειες) και όπου κανείς δεν μπαίνει. Εκεί. αυτός που προσεύχεται είναι μόνος με το Θεό. Στην περίπτωση αυτή, το κείμενο δε λέει, όπως προκειμένου για την ελεημοσύνη (Μτ. 6.4), ότι ο Θεός «βλέπει εν τω κρυπτώ», αλλά (σύμφωνα με την πολύ καλά βεβαιωμένη εκδοχή, έστω κι αν όχι κατά τρόπο αποκλειστικό ότι ο Θεός «είναι εν τω κρύυπτώ». Εκεί, είναι παρών για μας με τρόπο ξεχωριστό. Είναι βέβαια παντού, αλλά υπάρχουν μέρη όπου, μακριά από κάθε διάσπαση, είναι πιο εύκολο να τον βρει κανείς και να διαλεχθεί μαζί του. Επειδή, γι’ αυτό ακριβώς πρόκειται. Το ίδιο συμβαίνει και μέσα στο ναό. που η λειτουργία του ως «οίκου προσευχής», όπως λέει ο Ιησούς μαζί με τον Ησαΐα 56,7 (Μκ. 11.17 και πρλ.), καλεί σε περισυλλογή. Και εκεί, πρέπει κανείς να προσεύχεται με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να είναι μόνος με το Θεό. που θέλει να είναι παρών για όσους τον αναζητούν εκεί. Γιατί εκείνος που βρίσκεται έξω από εμάς. ταυτόχρονα κατοικεί μέσα μας, εν τω κρύπτω.
Μας αποκαλύπτεται εκεί που δεν τον περιμένουμε, εν τω κρυπτώ. Στο σημείο αυτό, σκέπτεται κανείς τη φανέρωση του Θεού στον Ηλία, στο χωρίο Α΄Βασ. 19, 11-12: « ιδού πνεύμα μέγα κραταιόν…. ενώπιον Κυρίου, ουκ εν τω πνεύματι Κύριος και μετά το πνεύμα συσσεισμός. ουκ εν τω συσσεισμώ Κύριος• και μετά τον συσσεισμόν πυρ, ουκ εν τω πυρί Κύριος και μετά το πυρ φωνή αύρας λεπτής». Τότε ο Ηλίας άκουσε τη φωνή του Θεού. Αυτό είναι το μέγα παράδοξο της Αγίας Γραφής. Το γεγονός ότι ο Θεός κρύβεται, πράγμα που αποτελεί συχνά πηγή σκανδάλου για την πίστη, αλλά που απορρέει από την αγιότητα του Θεού, συμβαδίζει με το γεγονός ότι ο Θεός αποκαλύπτεται μέσα στην αγάπη: ο άγιος και κεκρυμμένος Θεός συγκαταβαίνει προς το πλάσμα του όπως ένας πατέρας που αγαπά. Σ’ αυτό το παράδοξο στηρίζεται η σύσταση που κάνει ο Ιησούς να αναζητείται με την προσευχή ο διάλογος με το Θεό εν τω κρυπτώ.
Μέσα στα ευαγγέλια, ο Ιησούς δίνει το παράδειγμα, καθώς διαλέγει τον τόπο όπου προσεύχεται ο ίδιος. Το γεγονός ότι οι ευαγγελιστές το σημειώνουν συστηματικά δείχνει ότι θεώρησαν αυτή την αναζήτηση από μέρους του Ιησού της ερημικότητας και της απομόνωσης ως σχέδιο ηθε-λημένο. Μκ. 1,35: « Και πρωί έννυχα λίαν αναστάς εξήλθεν και απήλθεν εις έρημον τόπον, κακεί προσηύχετο» (Λκ. 4,42). Μτ. 14.13: «ο Ιησούς ανεχώρησεν εκείθεν εν πλοίω εις έρημον τόπον κατ’ ιδίαν». Λκ. 5.16: «αυτός δε ην υποχωρών εν ταις ερήμοις και προσευχόμενος». Λκ.9.18: «…εν τω είναι αυτόν προσευχόμενον κατά μόνας». Λκ. 9,28: «ανέβη εις το όρος προσεύξασθαι» (Μκ. 9.2 και Μτ. 17.1: «εις όρος υψηλόν κατ’ ιδίαν»). Ο Ιησούς, την ερημικότητα του όρους (Μκ. 3.13, Λκ. 6,12, Μκ. 6,46. Μτ. 14,23) την αναζητά επίσης και στο όρος των Ελαιών. Το εδάφιο Λκ. 22.39 σημειώνει ότι «επορεύθη» εκεί «κατά το έθος». Οι μαθητές τον ακολουθούν στη Γεθσημανή, αλλά εκείνος «προέρχεται μικρόν» (Μκ. 14.35, Μτ. 26.39. Σύμφωνα με το χωρίο Λκ. 22.41, «απεσπάσθη απ’ αυτών ωσεί λίθου βολήν» για να προσευχηθεί).
Να διαλέγεται κανείς προϋποθέτει όχι μόνο ότι ο θεός βλέπει εν τω κρυπτώ. αλλά και ότι ακούει εν τω κρυπτώ. άσχετο αν οι προσευχές προφέρονται με δυνατή ή σιγανή φωνή, όπως και ότι εκείνοι που προσεύχονται θέλουν εκεί να τον ακούν. Επειδή να ελπίζει κανείς πως ο Θεός ακούει σημαίνει καθαυτό: να ελπίζει πως ο Θεός εισακούει. Γι’ αυτό και στο χωρίο Μκ. 11,24, ο Ιησούς παροτρύνει τους μαθητές του να πιστεύουν, ενώ προσεύχονται, ότι έχουν ήδη λάβει εκείνο για το οποίο προσεύχονται: «πιστεύετε ότι ελάβετε». Αυτή η πίστη είναι συστατικό στοιχείο του διαλόγου. Να γεύεται κανείς την παρουσία του Θεού, ο οποίος βλέπει και ακούει, σημαίνει ήδη πως έχει εισακουσθεί.
Οι αντιγραφείς ήδη δεν κατάλαβαν ούτε αυτοί τον αόριστο έλαβεν. Αντικαθιστώντας τον με τον ενεστώτα ή το μέλλοντα, απογύμνωσαν αυτήν ακριβώς τη σύσταση του Ιησού από το βάθος της. Θα δούμε ότι στα χωρία Ρωμ. 8,15 και Γαλ. 4.6 εξ, ο Παύλος, μιλώντας για την υιοθεσία μας από το Θεό. αναπτύσσει θεολογικά αυτή την αντίληψη, με το επιχείρημα ότι, στην προσευχή μας, ο Θεός μάς διακηρύσσει παιδιά του. όταν το Πνεύμα του μας ωθεί να τον επικαλούμεθα ως πατέρα.
Θυμίζοντας πιο πάνω την αναγκαιότητα της περισυλλογής όταν κανείς βρίσκεται στο ναό, είδαμε ήδη πως η προτίμηση του Ιησού για την ερημικότητα και η διδαχή του στους μαθητές να προσεύχονται στο Θεό εν τω κρυπτώ καθόλου δεν αποκλείουν (όπως και η Παλαιά Διαθήκη) ότι μπορεί κανείς το ίδιο να συναντά το Θεό και στο ναό, «εν τω οίκω της προσευχής μου» (Ησ. 56,7), όπου συγκεντρώνονται πολλοί. Στο χωρίο Μτ. 18.20. ο Ιησούς υπόσχεται να είναι παρών όπου δύο ή τρεις είναι συνηγμένοι στο όνομα του. Και όπου δύο συμφωνήσουν για να φέρουν το αίτημα τους στο Θεό, ο πατέρας θα τους το εκπληρώσει (Μτ. 18,19).
(Oscar Cullman, «Η Προσευχή στην Καινή Διαθήκη», εκδ. Άρτος Ζωής, σ. 64-68)

Τετάρτη 28 Μαρτίου 2012

Εὐχή μπροστά στόν Πανάγιο Τάφο.

«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός ἡμῶν, ὁ Ἀναστάς ἐκ νεκρῶν, πρόσδεξαι ἡμῶν τάς εὐχάς καί τάς δεήσεις καί τό προσκύνημα κατενώπιον τοῦ Παναγίου Σου Τάφου καί ἀνάστησον ἡμᾶς ὁ Ἀναστάς ἐκ νεκρῶν καί πᾶσι τήν Ἀνάστασιν τήν Σήν χαρισάμενος καί πᾶσι τοῖς πεσοῦσι παρέχων Ἀνάστασιν! Ἵνα γάρ κοινωνούς ἡμᾶς δείξης τῆς Σῆς Ἀναστάσεως, κατῆλθες ἐν τῷ Ἅδῃ! Ἵνα φώτισης τό σκότος ἡμῶν, κατῆλθες τό Φῶς ἐν τῷ σκότει καί διέλυσας τά σκότη τοῦ Ἅδου, διό καί βολῖσι καί ἀστραπαῖς καί ἀκτῖσι καί πυρίναις γλώσσαις τό Ἅγιον Φῶς τῆς Σῆς Ἀναστάσεως φωτίζει ἡμῶν τά σκότη καί ὁρᾶται ἀπεριέργοις καί καθαροῖς ὀφθαλμοῖς.
Σύ γάρ εἶ ἡ Ἀνάστασις ἡμῶν ἐν τοῖς τοῦ βίου δεινοῖς. Σύ εἶ τό Φῶς ἡμῶν πορευομένων ἐν τῷ σκότει τῆς παρούσης ζωῆς. Σύ εἶ ἡ Ἔγερσις ἡμῶν πεσόντων παγῖσι τοῦ ἐχθροῦ τῆς σωτηρίας ἡμῶν. Σύ εἶ ἡ Εἰρήνη ἡμῶν ἐν ἀσυμφωνίαις διακρινομένων. Σύ εἶ ἡ Χαρά ἡμῶν, ὅτι «χαίρετε» ἐβόησας γυναιξί μυροφόροις. Σύ εἶ ὁ Ἄρτος τῆς ζωῆς ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ πάντοτε ἐσθιόμενος καί μηδέποτε δαπανώμενος, ἀλλά τούς μετέχοντας ἁγιάζων καί ἐγείρων ἐκ φθορᾶς, Σύ εἶ ἡ Ἀνάστασις ἡμῶν, ὁ τοῖς πεσοῦσι παρέχων Ἀνάστασιν καί Σοί τήν δόξαν ἀναπέμπομεν σύν τῷ Ἀνάρχῳ Σου Πατρί καί τῷ Παναγίῳ καί Ἀγαθῷ καί Ζωοποιῷ Σου Πνεύματι, νῦν καί ἀεί και εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

Μήνυμα παρηγοριάς

Ένα άλλο μήνυμα;
Μέσα στο σημερινό βομβαρδισμό της απαισιοδοξίας και των μηνυμάτων από διαφόρους για επικείμενη οικονομική καταστροφή, η απελπισία, ήδη έχει κάνει για τα καλά την εμφάνισή της στα πρόσωπα των ανθρώπων, προκαλώντας φόβο και αβεβαιότητα για το μέλλον των ανθρώπων και ιδιαιτέρως του γένους και σύνολου του έθνους μας. Είναι όμως ώρα κανείς να στέκεται απαθής και να παραμένει σε μια αδράνεια και μεμψιμοιρία που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια πιο σύντομα σ' αυτή την καταστροφή όπως λένε; Ή μήπως πρέπει να μετρήσει τις δυνάμεις του και τα «όπλα» του και να αντισταθεί μπροστά σε όλα αυτά; Και άραγε ποια μπορεί να είναι τα «όπλα» του, ώστε πραγματικά να του δώσουν άλλη ώθηση στις δυνάμεις του για να αντισταθεί;
Είναι μερικά ερωτήματα που γεννώνται μέσα στο νου, στην προσπάθεια του να βρει κανείς ένα σημείο αναφοράς που θα τον οδηγήσει στο να αντιμετωπίσει όλη αυτήν την απέλπιδα κατάσταση, που έχει πέσει ως πενθηφόρο πέπλο στις καρδιές και το νου των ανθρώπων. Και πρέπει να την αντιμετωπίσει γιατί είναι επιτακτική ανάγκη, είναι χρέος πια, προς τους ανθρώπους και την πατρίδα.
Για εμάς όμως τους ορθοδόξους χριστιανούς η απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι μόνο ο Χριστός. Ναι, μόνο ο Χριστός, γιατί αυτός μας διαβεβαίωσε και συνεχώς μας διαβεβαιώνει εκ του ευαγγελικού του λόγου, ότι είναι η ίδια η ζωή και η ανάσταση. Αυτός ο οποίος καλεί τους κοπιώντας και πεφορτισμένους της ζωής, για να τους αναπαύσει από τον κοπετό και την απελπισία. Ο απ. Παύλος λέει πως εμείς οι χριστιανοί δεν ήμαστε όπως οι λοιποί των ανθρώπων οι μη έχοντες ελπίδα, αλλά έχουμε ελπίδα μας τον Ιησού Χριστό, αυτόν που ήρθε στον κόσμο για να δώσει την αγάπη και την ελπίδα με το θάνατό και την ανάστασή του. Και πρόγευση αυτής της ελπίδας ήταν όλη η θαυματουργική και διδακτική του δράση στους ανθρώπους πριν ακόμη από το πάθος του και την ανάσταση του. Γιατί ήρθε ως άκακος, άγιος και ταπεινός για να βοηθήσει τον άνθρωπο να σηκωθεί, να τον υιοθετήσει και να τον οδηγήσει στη βασιλεία του ως συγκληρονόμο. Δεν είναι σκληρός ο Θεός όπως προτάσσει η δυτική, φράγκικη, ρωμαιοκαθολική εκκλησία, ούτε τιμωρός, αλλά είναι δίκαιος, πολυέλαιος, φιλάνθρωπος και φιλεύσπλαχνος. Άλλωστε γι' αυτό έγινε άνθρωπος, για να καταστήσει τον άνθρωπο Θεό κατά χάρη, όπως μας λέει ο αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος. Ποιμένας που αφήνει ασφαλή τα ενενήκοντα εννέα λογικά του πρόβατα και τρέχει στην ανεύρεση του εκατοστού για να μη χαθεί στο βάραθρο του θανάτου. Και είναι εκείνος που ακούει πάντα τις εκλύσεις, τις προσευχές, τις ικεσίες και τις παρακλήσεις των αναγκεμένων ανθρώπων για βοήθεια και ανακούφιση, εκείνος που είναι ο «Μεγάλης Βουλής Άγγελος», που φροντίζει πάντα να δίδει κατά το συμφέρον της ψυχής του καθενός από τους καταφευγόντας σε αυτόν.
Και ο Θεός θα εισακούσει, δεν θα απομακρύνει την βοηθειά του από εμάς ο άκακος Κύριος. Αλλά θα μας ελευθερώσει από κάθε οργή, κίνδυνο, στενοχώρια και θλίψη, θα μας λυτρώσει από κάθε τυραννία, επίθεση και βλάβη των ορατών και αοράτων εχθρών μας, και θα μας απαλλάξει από τον φοβερό θάνατο της αμαρτίας. Θα βοηθήσει και το λαό του και τη χώρα μας σε αυτή τη δύσκολη για όλους κατάσταση. Κανείς να μην απελπίζεται, κανείς να μην χάνεται στην απομόνωση και στην μοναξιά του. Όλοι να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλο, να αφήσουμε τους εγωισμούς και τα μίση, τις διχόνοιες και τις διαφορές μας και να σταθούμε στον διπλανό μας, στον συνάνθρωπό μας, στα παιδιά, στους νέους και να τους πούμε πως υπάρχει ελπίδα και πως εμείς οι Χριστιανοί έχουμε φρόνημα και πεποίθηση ότι ο Χριστός δεν εγκαταλείπει κανέναν, αρκεί να το πιστεύουμε, όπως και τόσοι άλλοι χιλιάδες, εκατομμύρια πριν από εμάς. Γι αυτό και έχουμε τόση μεγάλη χορεία αγίων και ηρώων της πίστεως. Η Παναγία μας είναι η υπέρμαχος στρατηγός του γένους μας και οι Άγιοι όλοι, που πολλοί από αυτούς υπήρξαν Έλληνες στο γένος, πάντα θα προστρέχουν και θα πρεσβεύουν στον Θεό για εμάς τους σημερινούς Νέο Έλληνες.
Πάθαμε και περάσαμε ως φυλή και ως έθνος στο παρελθόν πολλά περισσότερα και όμως οι πατέρες μας και οι μητέρες μας άντεξαν, στάθηκαν στο ύψος της αξίας του να είσαι Έλληνας και Χριστιανός, γι' αυτό και ήμαστε εδώ σήμερα και έχουμε συνέχεια ως γένος και ως έθνος. Δεν ήμαστε τυχαίοι σε αυτόν τον κόσμο, έχουμε αποστολή και αποστολή μας είναι να μεταλαμπαδεύουμε το πνεύμα του ελληνισμού και του ορθόδοξου χριστιανικού φρονήματος σε όσους το χρειάζονται, σε όσους το θέλουν και το έχουν ανάγκη. Ακόμη, να δημιουργούμε, να αναπτύσσουμε, να φιλοσοφούμε, να μουσουργούμε όλα αυτά που μας κληρονόμησαν γενιές και γενιές πριν από εμάς, για μας και για όλο τον κόσμο.
Τα τελευταία χρόνια μας έκαναν να πιστέψουμε εξωγενείς και εγχώριοι υποκινούμενοι παράγοντες, ως άλλοι εφιάλτες, ότι ήμαστε ανίκανοι, ανήθικοι, τεμπέληδες, σπάταλοι, ανοικοκύρευτοι, ψεύτες, άρπαγες, κλέφτες, και πως ακόμα ότι δεν έχουμε ρίζες με τους προγόνους μας, λες και ήρθαμε ως αλεξιπτωτιστές από άλλο πλανήτη, μπερδεμένοι ως έθνος και ως φυλή ;Όχι, εμείς θα αποδείξουμε πως τίποτα δεν στέκει από όλα αυτά που μας προσάπτουν. Όμως να αγωνιστούμε, να προσευχηθούμε, να ταπεινώσουμε τον εαυτό μας, να μετανοήσουμε, να αλληλουποστηριχθούμε ως άνθρωποι και να μην μείνουμε απλά στα λόγια και τα ευχολόγια όπως συνήθως κάνουμε.
Ο χρόνος τελειώνει και δεν υπάρχει καιρός πια για λόγια , αλλά μόνο για έργα και πράξεις, που θα αποδεικνύουν πως είμαστε γνήσια παιδιά του Θεού, αληθινοί χριστιανοί και πραγματικοί Έλληνες. Δεν περισσεύει κανείς, ούτε νέος, ούτε γέρος, ούτε μορφωμένος, ούτε αμόρφωτος, όλοι μπορούμε να προσφέρουμε. Και αυτό που μπορεί να προσφέρει κανείς πρωτίστως είναι η ανιδιοτελής αγάπη, η ελπίδα και το χαμόγελο. Οι χριστιανοί ήμαστε εκ φύσεως φερέλπιδες και πρέπει να μείνουμε φερέλπιδες, γιατί ο Χριστός είναι η ελπίδα. Οι μέρες βέβαια που έρχονται θα είναι δύσκολες. Θάρρος όμως αγαπητοί μου αδελφοί. Ο φοίνικας λένε από τις στάχτες ξαναγεννιέται. Τίποτα δεν χάθηκε αν δεν το θελήσουμε. Έχουμε τη δυνατότητα, έχουμε ελπίδα τον Χριστό, ας βάλουμε το Χριστό στο τιμόνι της ζωής μας, ας του εμπιστευθούμε τη ζωή μας, την ύπαρξή μας και εκείνος θα μας λυτρώσει δια της μετανοίας μας από το κακό παρελθόν και παρόν. Αυτός έφερε και φέρνει πάντα την ανάσταση στον κόσμο και τους ανθρώπους και εκείνος θα μας κάνει κοινωνούς της ουρανίου Βασιλείας του. Γιατί αυτός είναι η Ζωή και η Ανάσταση, αυτός είναι το όπλο μας σε όλες τις αντιξοότητες, ο Χριστός και Θεός μας, και σ' αυτόν προσφέρουμε την ευχαριστία, «συν τω Ανάρχω Αυτού Πατρί και τω Παναγίω και Αγαθοποιώ Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν».
του Αρχ. Φ. Ζαρζαβατσάκη (Ι.Ν. Αναλήψεως Του Κυρίου Θεσσαλονίκης)

Γιατί δε μας “ακούει” ο Θεός;

Είναι κοινό μυστικό ότι ζούμε σε μία εποχή και μία κοινωνία όπου οι πάντες και τα πάντα κρίνονται και κατακρίνονται όταν δε μας ικανοποιούν ή δεν ανταποκρίνονται άμεσα στο κάλεσμά μας. Όπως είναι φυσικό δεν ήταν δυνατό να ξεφύγει από αυτό ούτε ο Θεός. Το αντίθετο μάλιστα, Αυτός είναι ο βασικότερος αποδέκτης παραπόνων, κατηγοριών, αμφισβητήσεων και λοιπών ισχυρισμών.
Ακούμε συχνά πως ο Θεός δε μας ακούει όταν του μιλάμε, όταν δηλαδή υποτίθεται ότι προσευχόμαστε σε Αυτόν – συνήθως με τρόπο να φαίνεται στους άλλους η ψευδοευσέβειά μας- ξεχνώντας τα λόγια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού:
Κατά Ματθαίον ΣΤ’ 5 Καί όταν προσεύχη, ουκ έση ως οι υποκριταί· ότι φιλούσιν εν ταίς συναγωγαίς και εν ταίς γωνίαις των πλατειών εστώτες προσεύχεσθαι, όπως αν φανώσι τοίς ανθρώποις· αμήν λέγω υμίν, ότι απέχουσι τον μισθόν αυτών. 6 σύ δε όταν προσεύχη, είσελθε εις το ταμιείόν σου και κλείσας την θύραν σου πρόσευξαι τώ πατρί σου τώ εν τώ κρυπτώ· και ο πατήρ σου ο βλέπων εν τώ κρυπτώ αποδώσει σοι εν τώ φανερώ.
Σε αυτή την παραπάνω αντίληψη περί βαρυκοΐας του Θεού θα προσθέσουμε μία ακόμη αρκετά διαδεδομένη. Πολλές φορές όταν κάποιος σαν δοκιμάζεται ή αντιμετωπίζει μια δυσκολία και του πει κανένας χριστιανός: «έχει ο Θεός», θα ανταπαντήσει με ύφος: «ο Θεός έχει, εμείς δεν έχουμε!».
Μας προξενεί ιδιαίτερη εντύπωση αυτή η «σκληροκαρδία», η «ψυχρότητα», η «αδιαφορία» του Θεού και με όλο το δίκαιο μαζί μας Τον δικάζουμε εκ νέου και Τον σταυρώνουμε ξανά. Πώς τολμά ο Θεός να μην υπακούει αμέσως σε ότι του παραγγέλουμε; Ειδικά όταν εμείς αποδεικνυόμαστε πρωτοπόροι στον πνευματικό στίβο επισκεπτόμενοι στα πεταχτά και βιαστικά την εκκλησία για να ανάψουμε ένα κερί, νηστεύοντας –και μάλιστα κουραζόμενοι- μία ή και καμία μέρα του έτους, μη εκκλησιαζόμενοι, μη εξομολογούμενοι, μη προσευχόμενοι και δοξολογούντες τον Κύριο τακτικώς και καθημερινώς, εμπαίζοντες και εξευτελίζοντες το τίμιο όνομά Του σε χυδαία ανέκδοτα, επικαλούμενοι Αυτόν και την Παναγία μόνο για να βλασφημήσουμε, επιδιδόμενοι στον πάσης φύσεως τζόγο, στην πορνεία, τη μοιχεία, την ανωμαλία, τιμώντες τα παιδιά μας σφάζοντάς τα από τις πρώτες τους εβδομάδες στην κοιλιά της μητέρας τους, κοινωνώντας αναξίως –φοβούμαστε τις περισσότερες φορές- και δίχως ως ορίζει η Εκκλησία το τίμιο Σώμα και το τίμιο Αίμα Του και εν τέλει υψηλοφρονούντες ότι είμαστε σωστοί σε όλα απέναντι στο Θεό. Ότι εντάξει ο Θεός θα μας βάλει με τους καλούς, θα παραβλέψει τα λίγα (!!!) στραβά μας. Αλλά πάραυτα ο Θεός δεν ακούει!
Αλήθεια όμως τι ζητούμε πολλές φορές απ’Αυτόν; Ζητούμε «τα καλά και συμφέροντα ταις ψυχαίς ημών» όπως εκφωνεί ο ιερέας στη Θεία Λειτουργία; Επιδιώκουμε να γίνει το θέλημά Του καθώς σύμφωνα με τον άγιο Νείλο τον ασκητή ο Θεός μόνο γνωρίζει το συμφέρον μας ενώ εμείς όχι; Προσευχόμαστε για αυτούς που έχουν ανάγκη; Είτε είναι κεκοιμημένοι που έφυγαν δίχως καλές σχέσεις με το Θεό είτε είναι εν ζωή αλλά ασθενούν, βασανίζονται ή βρίσκονται αιχμάλωτοι; Ή μήπως αιτούμαστε υλικά και του κόσμου τούτου αιτήσεις όπως π.χ. ο Θεός να μας βοηθήσει να βγάλουμε πολλά χρήματα, να αποκτήσουμε ακριβό αυτοκίνητο για προβολή, πολλά ακίνητα και γενικώς να καλοπερνάμε; Ή μήπως όταν είμαστε σε κόντρα με κάποιον ή μας έκανε κάτι πολύ άσχημο δεν ευχόμαστε ή ακόμη ζητάμε από το Θεό να τον τιμωρήσει ή το πλέον ακραίο και να του στερήσει τη ζωή; Δεν ευχόμαστε το θάνατό του; Ακραίο; Όχι. Γνωρίζουμε μια τέτοια περίπτωση. Πάραυτα, ακόμη και εδώ, το ότι ο Θεός ανέχεται να ακούει τέτοια πράγματα και δε μας εξαφανίζει παραχρήμα όπως εξήρανε τη συκή δείχνει το έλεός Του.
Πρέπει να κατανοήσουμε πως ο Θεός δεν είναι ένα μεγάλο σούπερ μάρκετ ή κάποιο απέραντο πολυκατάστημα το οποίο θα επισκεφθούμε όποτε το θελήσουμε και θα βρούμε ότι μας έμαθε τόσο έντεχνα ο διάβολος να επιθυμούμε. Εμείς δυστυχώς αιτούμεθα για να εντυπωσιάζουμε, να καλοπερνάμε και να υπερηφανευόμαστε. Ο Θεός όμως είναι πολύ διαφορετικός:
Κατά Ματθαίον ΙΑ’ 28 Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς. 29 άρατε τον ζυγόν μου εφ’ υμάς και μάθετε απ’ εμού, ότι πράος ειμι και ταπεινός τή καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταίς ψυχαίς υμών· 30 ο γάρ ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν εστιν.
Ο Θέος είναι πράος και ταπεινός και ο ίδιος λέει σχετικά με την προσευχή:
Κατά Ματθαίον ΣΤ’ 7 Προσευχόμενοι δε μη βαττολογήσητε ώσπερ οι εθνικοί, δοκούσι γάρ ότι εν τή πολυλογία αυτών εισακουσθήσονται. 8 μη ούν ομοιωθήτε αυτοίς· οίδε γάρ ο πατήρ υμών ών χρείαν έχετε πρό τού υμάς αιτήσαι αυτόν. 9 Ούτως ούν προσεύχεσθε υμείς· Πάτερ ημών ο εν τοίς ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά σου· 10 ελθέτω η βασιλεία σου· γενηθήτω το θέλημά σου, ως εν ουρανώ και επί της γής. 11 τον άρτον ημών τον επιούσιον δός ημίν σήμερον· 12 και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοίς οφειλέταις ημών· 13 και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από τού πονηρού. ότι σού εστιν η βασιλεία και η δύναμις και η δόξα εις τους αιώνας· αμήν.
Το να ζητήσει κανείς υλικά αγαθά, επιτυχία, χρήματα και άλλα παρεμφερή από το Θεό δίχως τίποτε άλλο επιδιώκοντας μόνο να ικανοποιήσει την επίγεια ζωή του και τον εγωισμό του αποτελεί μέγα σφάλμα. Καλύτερα να τα ζητήσει από το διάβολο, ο οποίος σίγουρα θα προστρέξει:
Επιστολή Πέτρου Α’ Ε’ 8 νήψατε, γρηγορήσατε· ο αντίδικος υμών διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη·
Άλλωστε όσοι ακολούθησαν το διάβολο, γρήγορα έλαβαν ότι ποθούσαν ούτως ώστε να δεθούν σφιχτά με αυτόν. Ίσως πει κανείς: «κακό είναι να ζητώ να αποκτήσω ένα σπίτι ή π.χ. να έχω μια καλή δουλειά;» Την απάντηση τη δίνει ο ίδιος ο Κύριος:
Κατά Ματθαίον ΣΤ’ 24 ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά. 25 Διά τούτο λέγω υμίν, μη μεριμνάτε τή ψυχή υμών τι φάγητε και τι πίητε, μηδέ τώ σώματι υμών τι ενδύσησθε· ουχί η ψυχή πλείόν εστιν της τροφής και το σώμα τού ενδύματος; 26 εμβλέψατε εις τα πετεινά τού ουρανού, ότι ου σπείρουσιν ουδέ θερίζουσιν ουδέ συνάγουσιν εις αποθήκας, και ο πατήρ υμών ο ουράνιος τρέφει αυτά· ουχ υμείς μάλλον διαφέρετε αυτών; 27 τις δε εξ υμών μεριμνών δύναται προσθείναι επί την ηλικίαν αυτού πήχυν ένα; 28 και περί ενδύματος τι μεριμνάτε; καταμάθετε τα κρίνα τού αγρού πώς αυξάνει· ου κοπιά ουδέ νήθει·
Τα πουλιά ούτε σπέρνουν ούτρε θερίζουν αλλά ο Θεός δεν τα αφήνει, τον άνθρωπο λοιπόν θα εγκαταλείψει; Ή μήπως εμείς ξέρουμε καλύτερα από το Θεό τι ανάγκες έχουμε;
Και συνεχίζει:
Κατά Μάρκον Η’ 36 τι γάρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδήση τον κόσμον όλον, και ζημιωθή την ψυχήν αυτού; 37 ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού;
Πάραυτα αρκετοί πατέρες λένε ότι δεν είναι πάντα κακό στην προσευχή μας να αιτούμεθα στο Θεό και για υλικά αγαθά υπό την προϋπόθεση όμως ότι αυτά δεν υποσκελίζουν / υποβαθμίζουν την προσευχή όσον αφορά το πνευματικό-σωτηριολογικό της χαρακτήρα για εμάς καθώς και να μην αποτελούν πρόσκομμα πνευματική μας προσπάθεια και προκοπή, τόσο τη δική μας όσο και της οικογένειάς μας.
Για να μιλήσουμε λοιπόν με το Θεό πρέπει καταρχήν να μάθουμε με ποιον μιλάμε και δε δείχνουμε να ενδιαφερόμαστε για αυτό. Αυτό θα συμβεί μονάχα εάν το επιθυμήσουμε πραγματικά με τη μελέτη της Αγίας Γραφής και των Πατέρων οι οποίες με τις αναλύσεις τους έκαναν τη Γραφή ένα είδος «κρέμας» για πνευματικά νήπια όπως εμείς και με την ενεργή συμμετοχή μας στη ζωή της Εκκλησίας. Διαφορετικά πώς θα Τον γνωρίσουμε; Όσο πάντα βέβαια μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει το Θεό. «Πλησίασε με άυλον τρόπον τον Άυλον και θα εννοήσεις» τονίζει ο άγιος Νείλος ο ασκητής. Κι όταν συμβεί αυτό θα ξέρουμε τι να Του ζητήσουμε. Όπως δεν μπορούμε σε ένα δικηγόρο να ζητήσουμε να μας θεραπεύσει μια νόσο ή σε έναν καθηγητή σχολείου να μας κτίσει ένα σπίτι, ομοίως και από το Θεό δεν μπορούμε να περιμένουμε πράγματα ενάντια στη σωτηρία μας. Ο Θεός είναι «ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων ημών» και από Αυτόν πρέπει να προσδωκούμε τις απαραίτητες επεμβάσεις – θεραπείες συνεπεία των οποίων θα κερδίσουμε μια θέση στη Βασλεία των Ουρανών.
Ο Θεός εν τέλει ακούει, εμείς δε γνωρίζουμε να μιλάμε.
Ο Θεός έχει και δίνει, εμείς δε γνωρίζουμε τι έχει ζητώντας τα δικά μας.

Ό θάνατος ως έσχατη έκφραση της οδύνης

Έσχατη έκφραση της οδύνης αποτελεί ό θάνατος. Ό άγιος Μάξιμος, πού ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το θέμα ηδονής-οδύνης, κάνει τις παρακάτω παρατηρήσεις:
Ό θεός φροντίζοντας για τη σωτηρία μας εγκατέστησε μέσα μας ως τιμωρητική δύναμη την οδύνη. Σύμφωνα με τη σοφία του θεού στη φύση του σώματος ριζώθηκε ό νόμος του θανάτου περιορίζοντας την παραφυσική έφεση του νου πού κατευθυνόταν στα αισθητά.
Όμως σκοπός της οδύνης και τελικά του θανάτου δεν είναι ή εκμηδένιση της ανθρώπινης φύσεως, αλλά ή σωτηρία της από την παραφυσική ηδονή και τον πραγματικό θάνατο, πού σ' αυτόν οδηγεί ό οριστικός χωρισμός από τον θεό.
Αρχικά δηλαδή, όπως και άλλου σημειώθηκε, δεν υπήρχε μέσα στην ανθρώπινη φύση ούτε ηδονή γενικά ούτε αισθητηριακή ηδονή, όπως έγινε μεταπτωτικά, αλλά νοερή και πνευματική δύναμη για ηδονή με δυνατότητα να απολαμβάνει την κοινωνία της με τη θεία φύση, τον θεό, κατά τρόπο άρρητο και άπερινόητο. Έκπτωση αυτής της αρχικής νοερός επιθυμίας και τάσεως αποτελεί ή υπαγωγή της στην αίσθηση και ή παραφυσική διενέργεια και βίωση της.
Σ' αυτό είναι σαφής ό άγιος Μάξιμος . Εξαιτίας της παράλογης ηδονής πού ήρθε στη φύση μπήκε σ' αυτήν ή κατά λογική συνέπεια οδύνη διά μέσου πολλών παθημάτων, μέσα στα οποία υπάρχει και διά μέσου των οποίων ενεργεί ό θάνατος. Σκοπός όμως της οδύνης είναι ή αφαίρεση και εκμηδένιση της παρά φύσιν ηδονής όχι δε και ή απόλυτη αναίρεση της λειτουργίας της ηδονής, γιατί μ' αυτήν την αφαίρεση συνηθίζει να φανερώνεται ή θεία χάρις).
Και συνεχίζει:
Ή επινόηση των εκούσιων πόνων και κόπων και ό ερχομός -των ακούσιων και αθέλητων αφαιρούν την ηδονή και σταματούν την κίνηση πού δημιουργείται με την ενέργεια της. Όμως δεν καταλύουν τη δύναμη για τη γένεση της πού ενυπάρχει ως νόμος στη φύση. Ή άσκηση της αρετής συντελεί στην απάθεια γνώμης και όχι στην απάθεια της φύσεως. Όταν ύπαρξη ή "γνωμική απάθεια", δηλαδή ή θεληματική και εκούσια υπέρβαση τού πάθους, τότε έρχεται ή "κατά νουν", ή σύμφωνη με το νου χάρις της θείας ηδονής).
Ή λειτουργικότητα της οδύνης σύμφωνα με τα πιο πάνω και μάλιστα τού κορυφώματος της, δηλαδή τού θανάτου, αποβλέπει στην αφαίρεση της ηδονής έτσι πού αυτή κατάντησε να γίνει, αίσθησιακή, αλλά με κανένα τρόπο στην πήρωση και παραμείωση της φύσεως με κατάντημα της μια αφύσικη κατάσταση. Ή ως νόμος λειτουργικός έγκείμενη στη φύση δυνατότητα να βιώση την ηδονή δεν καταργείται. Της αφαιρείται ό κακοήθης όγκος της "αισθησιακότητος" για να μπόρεση να φτάσει στη "γνωμικήν άπάθειαν", στον εξαγνισμό της βουλήσεως από οποιοδήποτε εμπαθές στοιχείο, ώστε να μπορεί να απολαμβάνει την "κατά νουν ήδονήν", πού αποτελεί χάρισμα τού θεού από αγάπη για τον άνθρωπο στην αποκαθαρμένη από πάθη ψυχή του.
Όπως ήδη τονίσθηκε, ή ηδονή των αισθήσεων αποτελεί εκτροπή τού έρωτος τού νου από το όντως ον, πού είναι ό θεός, προς το μη-ον, πού "είναι" ότι δεν είναι ό θεός, δηλαδή στα αισθητά, πού ως κτιστά εν σχέσει προς τον θεό είναι ως μη-οντα, αφού είναι φθαρτά, άλλοιωτά, πρόσκαιρα και ρέοντα. Αυτό τονίζει και πάλι ό άγιος Μάξιμος:
Επειδή αυτό είναι ό άνθρωπος (δημιουργημένος κατ' εικόνα θεού) και γι` αυτό έγινε (για να ενωθεί τελικά με τον θεό) έχουμε έδώ μια εκτροπή. Ό Προπάτορας ενεργώντας αντίθετα προς το σκοπό της υπάρξεως του, αν και είχε τη δυνατότητα για ότι καλό, χρησιμοποίησε για ότι χειρότερο την ελευθερία του. Μετέφερε δηλαδή την επιθυμία του από ότι ήταν επιτρεπτό σε ότι δεν του ήταν. [Ήταν δε ελεύθερος να προσκολληθεί στον Κύριο και με τέλεια ένωση μαζί του να γίνει ένα πνεύμα μ' αυτόν, αλλά και να προσκολληθεί στην πόρνη (την αμαρτία) και να γίνει ένα σώμα μ' αυτήν. Γελάστηκε όμως και διάλεξε το ανεπίτρεπτο. Έτσι αποξένωσε θεληματικά τον εαυτό του από το μακάριο σκοπό προτιμώντας αντί να γίνει θεός κατά χάριν να γίνει χώμα]. Με σοφία, αλλά και με τρόπο πού άρμοζε στην αγαθότητα του ό Θεός, πού εξοικονόμησε τον τρόπο της σωτηρίας μας, τοποθέτησε, όπως ήταν σωστό, δίπλα στην παράλογη κίνηση της νοεράς δυνάμεως μέσα μας την τιμωρία. Και το έκανε αυτό επειδή έτσι ίσως κόλαζε εύλογα με το θάνατο το ίδιο πράγμα πού γι' αυτό κατασυντρίψαμε και κατακομματιάσαμε τη νοερά αγάπη πού μόνο στον Θεό χρωστούσαμε. "ότι μαθαίνοντας από τον πόνο και την οδύνη ότι αγαπήσαμε το μηδέν, ξαναστρέφουμε τη δύναμη αυτή της αγάπης προς το ον, δηλαδή σ' αυτό πού υπάρχει, με άλλα λόγια στον Θεό).
Σχολιάζοντας το κείμενο αυτό ό π. Δημήτριος Στανιλοάε παρατηρεί τα έξης:
"Ό Θεός έχει συνδέσει με το σώμα μια ποινή. Αυτή όμως δεν εκπροσωπείται από το σώμα σαν σώμα, αλλά από το θάνατο πού φυτεύτηκε μέσα σ' αυτό. Από τη μια μεριά ή ποινή αυτή δεν δόθηκε για ένα αμάρτημα της ψυχής σε μια κατάσταση προϋπάρχουσα, παρά για την άλογη κίνηση της θέλησης μας μετά τη δημιουργία μας. Γιατί ή θέληση μας αντί να κατευθύνει τον έρωτα μας προς τον Θεό, πού υπάρχει αιώνια, τον έχει κατευθύνει προς το σώμα, πού δεν μπορεί να υπάρχει αιώνια με τη δική του δύναμη. Ό Θεός μάς έχει δείξει με το θάνατο, με τον όποιο έχει χτυπήσει το σώμα και τις βιολογικές οντότητες, ότι αγαπούμε στην πραγματικότητα με την αμαρτία το μηδέν. Αυτή ή ποινή λοιπόν δεν είναι τιμωρία (κόλαση), αλλά παιδαγωγική επίπληξη, προορισμένη να μετατρέψει τον έρωτα μας από την προς το μηδέν κατεύθυνση προς Εκείνον πού υπάρχει αληθινά".
Μια πολύ σωστή τοποθέτηση του θανάτου, αν και όχι σε άμεση συσχέτιση με το θέμα ηδονή-οδύνη, πού όμως το θίγει αρκετά, κάνει ό Παναγιώτης Νέλλας διαφωτίζοντας σημαντικά το θέμα πού εδώ εξετάζουμε.
Αμέσως μόλις εμφανίσθηκε στην ιστορία ό θάνατος, ό Θεός, στον όποιο ανήκει κάθε πρωτοβουλία τελικά, τον χρησιμοποίησε όπως ό ίδιος θέλησε και με τη διαφορετική χρήση άλλαξε ριζικά τη φύση του. Επιτρέποντας να ντυθεί ό άνθρωπος τη βιολογική ζωή, καρπό της αμαρτίας, έστρεψε το θάνατο, επίσης καρπό της αμαρτίας, κατά της βιολογικής ζωής και έτσι με το θάνατο θανατώνεται όχι ό άνθρωπος, αλλά ή φθορά πού τον περιβάλλει. Ό θάνατος καταστρέφει το δεσμωτήριο της εν φθορά ζωής και ό άνθρωπος, καταθέτοντας με το θάνατο στη φθορά τι έλαβε από αυτήν, ελευθερώνεται.
Φανερώνεται έτσι το μέγα θαύμα της σοφίας, της αγάπης και της δύναμης του Θεού. Ό διάβολος δελεάζει τον άνθρωπο και τον γκρεμίζει στο βάραθρο της διαφθοράς, όταν τον κρατάει δέσμιο με το θάνατο. Ό Θεός επιτρέποντας το θάνατο τον στρέφει κατά της φθοράς και κατά της αιτίας της φθοράς, της αμαρτίας, και θέτει τέρμα τόσο στη φθορά, όσο και στην αμαρτία.
Περιορίζει με τον τρόπο αυτόν το κακό και σχετικοποιεί την πτώση. Το αρχικό σχέδιο του για την αιώνια και μακάρια μέσα του ζωή του άνθρωπου μένει ανέπαφο. Το μυστήριο της άπειρης θείας ευσπλαχνίας ερμηνεύοντας οι άγιοι Πατέρες διδάσκουν ότι ό Θεός ανέχθηκε και συγχώρησε το θάνατο ίνα μη άθάνατον το κακόν".
Εξ άλλου ό διάβολος επεδίωξε με την πτώση να υποτάξει τον άνθρωπο στην υλική κτίση. Και το πέτυχε ντύνοντας τον με το άλογο υλικό σχήμα. Ακόμα περισσότερο, με το θάνατο επεδίωξε να τον εξαφανίσει μέσα στην ύλη. Και φαινομενικά το πετυχαίνει, αφού με την ταφή το σώμα αποδίδοντας στη γη τα συστατικά πού πήρε απ' αυτή διαλύεται μέσα της... Παρεμβαίνοντας όμως και στο σημείο αυτό με τη μεγάλη διακριτικότητα της ή σοφία του Θεού εμπλουτίζει την παθητική κίνηση της ταφής με ένα στοιχείο, θα λέγαμε, ενεργητικό και με τον τρόπο αυτό τη μεταμορφώνει.
Ό θάνατος γίνεται ό τρόπος με τον όποιο το ανθρώπινο σώμα εισδύει στα εσώτατα της γης, φθάνει στα μύχια της κτίσεως. Με το θάνατο ό άνθρωπος αγγίζει τα όρια του σύμπαντος, γίνεται αέρας και νερό και φωτιά, ύλη και ενέργεια, στοιχείο του διαστήματος. "Επιστρέφει ό χους επί την γήν ως ήν", λέει ό Εκκλησιαστής. Αλλά αυτός ό "χους" δεν είναι πια μόνο ύλη. Έχει επάνω του αληθινά και πραγματικά το "λόγο" και το "είδος του άνθρωπου", όπως θα έλεγε ό άγιος Μάξιμος.
Έτσι ή υλική κτίση, πού έντυσε τον άνθρωπο με τη φθορά της κατά τρόπο οργανικό, όπως είδαμε, ντύνεται τώρα, θα λέγαμε, εκ των ένδον, πάλι κατά τρόπο οργανικό χάρη στην άλλη όψη της δίμορφης πραγματικότητας πού αποτελεί ό ίδιος ό θάνατος, με ένα νέο στοιχείο, το όποιο ως σώμα του άνθρωπου είναι επιδεκτικό αφθαρσίας. Γι' αυτό ταυτόχρονα με την τελική ανάσταση των σωμάτων, πού θα φέρει με τη δεύτερη παρουσία του ό Χριστός, θα φέρει και τη μεταμόρφωση του σύμπαντος σε "καινή γη" και "καινό ουρανό".
http://apantaortodoxias.blogspot.com/

Κυριακή 25 Μαρτίου 2012

Ευαγγελισμός της Θεοτόκου

Ο Ευαγγελισμός της Υπεραγίας Θεοτόκου εορτάζεται στις 25 Μαρτίου.
Σήμερα η εκκλησία μας γιορτάζει το χαρμόσυνο μήνυμα της θείας ενσάρκωσης, που με τόσο σαφή τρόπο μας το παρουσιάζει ο ευαγγελιστής Λουκάς στο Ευαγγέλιο του
(κεφ. Α' στίχ. 26-38). Την ήμερα αυτή, ο θεόσταλτος αρχάγγελος Γαβριήλ παρουσιάζεται στην Παρθένο Μαρία, στη Ναζαρέτ και της ανήγγειλε ότι θα γεννήσει το Σωτήρα του
κόσμου, τον Ιησού Χριστό. Και Όταν η Παρθένος αναρωτήθηκε πώς ήταν δυνατό να συλλάβει χωρίς άνδρα, ο αρχάγγελος της απάντησε ότι «το Άγιο Πνεύμα θα έλθει σε σένα
και η δύναμη του Υψίστου θα σε επισκιάσει» Τότε η σεμνή κόρη, η Παρθένος Μαρία, του απάντησε ταπεινά. «Ιδού λοιπόν, η δούλη του Κυρίου. Ας γίνει το θέλημα Εκείνου».
και καθώς ο Γαβριήλ εξαφανίστηκε από μπροστά της, συντελέστηκε το μεγαλύτερο μυστήριο της ανθρωπότητας. με τρόπο υπερφυσικό, η Παρθένος συνέλαβε στην άχραντη
κοιλιά της, τον Υιό και Λόγο του Θεού. Εκείνον πού με την εκούσια θυσία του επάνω στο Σταυρό, έσωσε το ανθρώπινο γένος από τον αιώνιο θάνατο και την καταστροφή στην
οποία είχε οδηγηθεί μετά την πτώση των πρωτοπλάστων από τον παράδεισο και την εμφάνιση της αμαρτίας στον κόσμο.
Αξίζει, όμως, να δούμε πως οι εμπνευσμένοι υμνωδοί της Εκκλησίας μας έψαλαν το κοσμοσωτήριο άγγελμα: «Σήμερον χαράς Ευαγγέλια παρθενική πανήγυρις τα κάτω τοις άνω
συνάπτεται• ο Αδάμ καινουργείται η Εύα της πρώτης λύπης ελευθερούται και η σκηνή της καθ' ημάς ουσίας τη θεώσει του προσληφθέντος φυράματος ναός Θεού κεχρημάτικεν.
Ω μυστήριον! ο τρόπος της κενώσεως άγνωστος, ο τρόπος της συλλήψεως άφραστος. Άγγελος λειτουργεί τω θαύματι παρθενική γαστήρ τον Υίόν υποδέχεται, Πνεύμα άγιον
καταπέμπεται Πατήρ άνωθεν ευδοκεί, και το συνάλλαγμα κατά κοινήν πραγματεύεται βούλησιν εν ω και δι' ου σωθέντες, συνωδά τω Γαβριήλ, προς την Παρθένον βοήοωμεν
χαίρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου, εξ ης ή σωτηρία, Χριστός ο Θεός ημών, την καθ' ημάς προσλαβόμενος φύσιν προς εαυτόν έπανήγαγεν».
Οι αρχές της εορτής του Ευαγγελισμού δεν είναι επακριβώς γνωστές. Το γεγονός ότι η Αγία Ελένη έκτισε στη Ναζαρέτ βασιλική, στην οποία περιλαμβανόταν κατά παράδοση
ο οίκος της Θεοτόκου, όπου αυτή δέχθηκε τον Ευαγγελισμό, επέδρασε ίσως στη σύσταση τοπικής εορτής. Οι πρώτες μαρτυρίες περί αυτής ευρίσκονται στον Άγιο Πρόκλο,
Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, το 430 μ.Χ. και στο Πασχάλιον Χρονικόν (624 μ.Χ.), όπου χαρακτηρίζεται ως συσταθείσα στις 25 Μαρτίου από τους θεοφόρους δασκάλους.
Η μεγαλοπρεπής πανήγυρη του Ευαγγελισμού ετελείτο από τους Βυζαντινούς στο ναό των Χαλκοπρατείων, όπου παρίσταντο και οι αυτοκράτορες.
Στίχος
Ἤγγειλεν Υἱὸν Ἄγγελος τῇ Παρθένῳ, Πατρὸς μεγίστης Βουλῆς μέγαν. Γήθεο τῇ Μαρίῃ ἔφατ' Ἄγγελος εἰκάδι πέμπτῃ.
Ἀπολυτίκιον Ἦχος δ΄.
Σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τό Κεφάλαιον, καί τοῦ ἀπ᾽ αἰῶνος Μυστηρίου ἡ φανέρωσις· ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, Υἱός τῆς Παρθένου γίνεται, καί Γαβριήλ τὴν χάριν εὐαγγελίζεται.
Διό καὶ ἡμεῖς σὺν αὐτῷ τῇ Θεοτόκῳ βοήσωμεν· Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ.
Κοντάκιον Ἦχος πλ. δ΄.
Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τά νικητήρια, ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια, ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου Θεοτόκε. Ἀλλ᾽ ὡς ἔχουσα τό κράτος ἀπροσμάχητον, ἐκ παντοίων
με κινδύνων ἐλευθέρωσον, ἵνα κράζω σοι· Χαῖρε νύμφη ἀνύμφευτε.
Κάθισμα Ἦχος πλ. δ΄.Αὐλῶν ποιμενικῶν
Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἐπὶ γῆς νῦν κατῆλθεν, ὁ Ἄγγελος βοῶν, τῇ Παρθένῳ ἐπέστη· Χαῖρε Εὐλογημένη, ἡ τὴν σφραγῖδα μόνη φυλάξασα, ἐν μήτρᾳ δεξαμένη, τὸν πρὸ αἰώνων
Λόγον καὶ Κύριον, ἵνα ἐκ πλάνης σώσῃ ὡς Θεός, τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων.
Ἕτερον Κάθισμα Ἦχος δ΄. Κατεπλάγη Ἰωσὴφ
Γαβριὴλ ἐξ οὐρανοῦ, τὸ Χαῖρε κράζει τῇ σεμνῇ, ὅτι συλλήψῃ ἐν γαστρί, τὸν προαιώνιον Θεόν, τὸν διὰ λόγου τὰ πέρατα συστησάμενον· ὅθεν Μαριὰμ ἀπεφθέγγετο· Ἄνανδρός
εἰμι, καὶ πῶς τέξω Υἱόν; ἄσπορον γονὴν τὶς ἑώρακε; καὶ ἑρμηνεύων ἔλεγεν ὁ Ἄγγελος, τῇ Θεοτόκῳ καὶ Παρθένῳ· Ἐλεύσεταί σοι· Ἅγιον Πνεῦμα, καὶ δύναμις Ὑψίστου
ἐπισκιάσει σοι.
Ἕτερον Κάθισμα Ἦχος γ΄. Τὴν ὡραιότητα
Σήμερον ἅπασα κτίσις ἀγάλλεται, ὅτι τὸ χαῖρέ σοι φωνεῖ Ἀρχάγγελος, εὐλογημένη σὺ Σεμνή, καὶ Ἄχραντε πανάμωμε. Σήμερον τοῦ ὄφεως, ἀμαυροῦται τὸ φρύαγμα· ἀρᾶς
γὰρ διαλέλυται, τοῦ Προπάτορος σύνδεσμος. Διὸ καὶ κατὰ πάντα βοῶμέν σοι· Χαῖρε ἡ Κεχαριτωμένη.
Ἕτερον Κάθισμα Ἦχος α΄. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ
Ὁ μέγας Στρατηγός, τῶν ἀΰλων ταγμάτων, εἰς πόλιν Ναζαρέτ, ἐπιστὰς Βασιλέα, μηνύει σοι Ἄχραντε, τῶν αἰώνων καὶ Κύριον· Χαῖρε, λέγων σοι, Εὐλογημένη Μαρία,
ἀκατάληπτον, καὶ ἀνερμήνευτον θαῦμα, βροτῶν ἡ ἀνάκλησις.
Ὁ Οἶκος
Ἄγγελος πρωτοστάτης, οὐρανόθεν ἐπέμφθη, εἰπεῖν τῇ Θεοτόκῳ τὸ Χαῖρε καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ, σωματούμενόν σε θεωρῶν Κύριε, ἐξίστατο καὶ ἵστατο, κραυγάζων
πρὸς αὐτὴν τοιαῦτα.

Χαῖρε, δι' ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει,
χαῖρε, δι' ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει.
Χαῖρε, τοῦ πεσόντος , Ἀδὰμ ἡ ἀνάκλησις,
χαῖρε τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις.
Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀνθρωπίνοις λογισμοῖς,
χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον καὶ Ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς.
Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Βασιλέως καθέδρα,
χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα.
Χαῖρε, ἀστὴρ ἐμφαίνων τὸν Ἥλιον,
χαῖρε, γαστὴρ ἐνθέου σαρκώσεως.
Χαῖρε, δι' ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις,
χαῖρε, δι' ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Μεγαλυνάριον
Νῦν εὐαγγελίζεται Γαβριήλ, τὸ χαῖρε κραυγάζων, μετὰ δέους τῇ Μαριάμ. Ὢ τοῦ ξένου τρόπου! ἐν μήτρᾳ γὰρ ἀχράντῳ, συνείληπται ὁ Πλάστης σῴζων ὃν ἔπλασε.

Σάββατο 17 Μαρτίου 2012

Ένα μυστήριο που μας κυνηγάει από παιδιά

Γιατί γιαγιάδες & παπάδες κυνηγάνε τα παιδάκια για να πάνε εκκλησία, να προσεύχονται, να μεταλαβαίνουν, να εξομολογούνται και να νηστεύουν (έστω όσο τούς επιτρέπει η ηλικία τους); Το παρακάτω κείμενο προσπαθεί να δώσει μια απάντηση σ' αυτή τη μόνιμη απορία.
Τα μέσα που παρέχει στον άνθρωπο η Εκκλησία για τη σωτηρία –δηλαδή για την ένωσή του με το Θεό και τους συνανθρώπους του– είναι πολλά. Είναι βοηθητικά μέσα. Δε σώζουν τον άνθρωπο «μαγικά», αλλά προσελκύουν τη θεία χάρη, η οποία ενισχύει την αγάπη του και με αυτή την αγάπη ο άνθρωπος σώζεται. Μπορεί, επαναλαμβάνω, να μείνουν χωρίς αποτέλεσμα. Όμως χωρίς αυτά είναι πολύ οδυνηρό και συνεπώς δύσκολο για τον άνθρωπο να ξεφύγει από το Εγώ του (μήπως εγώ νομίζω ότι έχω ήδη ξεφύγει; πώς μπορώ να το ξέρω; το να κάνω διάγνωση στον εαυτό μου είναι δικαίωμά μου, όμως δεν είναι ασφαλές, ακόμη κι αν έχω ιατρικές γνώσεις). Αναφέρω τα παρακάτω:
1. Η προσευχή.
Πρόκειται για το εκπληκτικό κανάλι άμεσης επικοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό. Κατ’ ουσίαν, όλες οι χριστιανικές τελετές («ακολουθίες») είναι προσευχές. Υπάρχει όμως και η προσωπική προσευχή, που μπορεί να γίνεται παντού και πάντα. «Κάθε έργο που έγινε από αγάπη Χριστού φέρει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, όμως αυτό κατορθώνεται ευκολότερα με την προσευχή, γιατί αυτή αποτελεί το όργανο που διαθέτουμε. Μπορεί να τύχει να θέλετε να πάτε στην εκκλησία, αλλά η εκκλησία να μην είναι κοντά ή να έχει τελειώσει η ακολουθία. Ή να έχετε την επιθυμία να ελεήσετε κάποιον πτωχό, αλλά πτωχός να μην υπάρχει. Ίσως επιθυμείτε να γίνετε απαθής, αλλά δεν έχετε γι’ αυτό δυνάμεις. Για την προσευχή όμως υπάρχει πάντοτε δυνατότητα. Η προσευχή είναι προσιτή τόσο στον πλούσιο όσο και στον πτωχό, τόσο στον εγγράμματο όσο και στον απλοϊκό, στον ισχυρό όσο και στον αδύναμο, στο δίκαιο όσο και στον αμαρτωλό. Η δύναμη της προσευχής είναι τεράστια και περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο αυτή εκλύει το Άγιο Πνεύμα» (Σεραφείμ του Σάρωφ).
Ο άγιος Σεραφείμ και η αρκούδα που τον επισκεπτόταν στα δάση.
Ο μέσος άνθρωπος κατά κανόνα προσεύχεται, για να ζητήσει από το Θεό γήινα αγαθά –υγεία, πρόοδο, ευημερία– ή λύση σε συγκεκριμένα προβλήματα. Αν τα αιτήματά του ικανοποιηθούν, δοξάζει το Θεό. Αν όχι, Τον κατηγορεί ως άδικο ή αδιάφορο, κι ας ξέρει ότι Εκείνος, ως πάνσοφος, μπορεί να κρίνει καλύτερα. Ακόμα κι αυτές οι γραμμές πιθανόν να σκανδαλίζουν τον αναγνώστη, που είναι βιαστικός και απαιτητικός και υψώνει ενώπιον του Θεού το ανυποχώρητο θέλημά του.
Αν και είναι φυσικό να προσευχόμαστε για τις γήινες ανάγκες μας (και στη θεία λειτουργία λέγονται τέτοιες προσευχές), ο αληθινός σκοπός της προσευχής είναι ν’ ανοίξει την καρδιά του ανθρώπου για να δεχτεί τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό, κυρίως οι μοναχοί, αλλά και αρκετοί «κοσμικοί» (δηλαδή άνθρωποι που δεν είναι μοναχοί), λένε σύντομες προσευχές, που μπορούν να τις επαναλαμβάνουν όσες φορές θέλουν, ακόμα και την ώρα της δουλειάς τους ή όταν ξεκουράζονται, στις οποίες ζητούν από το Θεό «έλεος» χωρίς να Του λένε από πριν τι να κάνει. Τέτοιες προσευχές είναι:«Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς», «άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών» (για όποιον άγιο έχουμε στο νου μας), «άγιοι πάντες, πρεσβεύσατε υπέρ ημών» κ.λ.π. Επίσης τέλεια προσευχή, που περιλαμβάνει όλες τις ανάγκες του ανθρώπου, γήινες και ουράνιες, είναι το Πάτερ ημών, που ονομάζεται κυριακή προσευχή (=του Κυρίου), γιατί το δίδαξε ο Χριστός στα Ματθ. 6, 9-13, και Λουκ. 11, 1-4.
Οι προσευχές αυτές δεν έχουν ως αποτέλεσμα να δουλεύουν όλα ρολόι στη ζωή μας, αλλά, όταν ο Θεός βρίσκεται στην καρδιά, όλες οι συμφορές του κόσμου δε μπορούν να μας πτοήσουν. Αυτό μοιάζει με αυθυποβολή ή με τη θεωρία της «θετικής ενέργειας», που παράγεται με «θετικές σκέψεις», αλλά δεν είναι το ίδιο. Προχωρώντας στο στάδιο της κάθαρσης της καρδιάς ή (διστάζω και να το πω) ακόμη μακρύτερα, η παρουσία του Θεού στη ζωή του ανθρώπου γίνεται ενεργός και εμφανής.
Η «εργασία της νοεράς προσευχής» είναι ολόκληρη επιστήμη για τους χριστιανούς, η οποία, σημειωτέον, στρέφεται προς τα έξω, προς το Θεό και τους αγίους, κι όχι προς τα μέσα, όπως ο διαλογισμός, κι έχει στόχο την προσέγγιση ανθρώπου και Θεού κι όχι την πνευματική ή σωματική χαλάρωση ή την «ανάπτυξη εσωτερικών δυνάμεών μας» κ.τ.τ. (Για το θέμα αυτό βλ. το Περί προσευχής του γέροντα  Σωφρόνιου του Essex, αλλά και το ανώνυμο ρωσικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού, ελλ. έκδ. Αστήρ).
2. Ο εκκλησιασμός.
Εκτός από την προσωπική προσευχή, κρίνεται απαραίτητη η συμμετοχή του ανθρώπου στη θεία λειτουργία και τις άλλες τελετές που γίνονται στο ναό. Η συμμετοχή αυτή ονομάζεται εκκλησιασμός, δηλαδή συνάντηση με τους άλλους, γιατί εκκλησία = συγκέντρωση. Για την ακρίβεια, η έκφραση «πάω στην εκκλησία» δε σημαίνει πάω στο ναό, αλλά πάω να συναντήσω τους υπόλοιπους χριστιανούς, που έχουν συγκεντρωθεί στο ναό – γι’ αυτό έχει επικρατήσει να λέμε το ναό «εκκλησία», δηλαδή συγκέντρωση.
Ο εκκλησιασμός είναι απαραίτητος για δύο λόγους:
α) διότι στο ναό δε γίνεται απλώς προσευχή, αλλά τελούνται και τα μυστήρια, με κυριότερο τη θεία Μετάληψη˙ παντού μπορώ να προσευχηθώ, αλλά μόνο στην εκκλησία μπορώ να μεταλάβω˙
β) διότι στο ναό θα συναντήσω τους συνανθρώπους μου, τους αδελφούς μου, και θα προσευχηθώ στο Θεό μαζί μ’ αυτούς˙ εκεί θα βρω και τους εχθρούς μου ή εκείνους που περιφρονώ ή αντιπαθώ, για να τους συγχωρήσω μέσα στην καρδιά μου, δηλαδή να τους κάνω χώρο να μπουν (συν+χωρώ = βρίσκομαι στον ίδιο χώρο μ’ εσένα, και ο χώρος αυτός είναι η καρδιά μου)˙ εκεί θα προσευχηθώ γι’ αυτούς που βαφτίζονται ή παντρεύονται, ώστε να έχουν τη χάρη του Θεού στη ζωή τους, και για τους νεκρούς που κηδεύονται ή μνημονεύονται (στα μνημόσυνα), για την ανάπαυση της ψυχής τους… Αυτό σημαίνει ότι, κι αν δεν καταλαβαίνω τα λόγια της τελετής, λόγω της αρχαίας γλώσσας ή ενός κακόφωνου ψάλτη, έχει μεγάλη σημασία να προσευχηθώ εκείνη την ώρα μέσα στο ναό, μαζί με τους άλλους, ακόμη κι αν κανείς άλλος εκτός από μένα δεν προσεύχεται˙ ας προσευχηθώ εγώ, με ταπείνωση, για όλους.
Χωρίς τον εκκλησιασμό, δεν υπάρχει χριστιανική Εκκλησία, αλλά μόνο δυστυχισμένα πρόσωπα, που παλεύουν με τη μοναξιά τους και δεν πρόκειται να σωθούν ποτέ, γιατί σωτηρία δεν είναι να «πείσω» το Θεό πως είμαι δικός Του άνθρωπος, εξασφαλίζοντας μια θεσούλα στον παραδείσιο κήπο, αλλά να ενωθώ μ’ Αυτόν διά της αγάπης, πράγμα που σημαίνει και ένωση με τους συνανθρώπους μου.
Είναι φυσικό ότι, αν δεν έχω όρεξη να συγχωρήσω τον αδελφό μου ή να προσευχηθώ για τους άλλους, δεν έχω και διάθεση να πάω στο ναό. Επομένως, πηγαίνω μόνο σε ξωκλήσια, όπου δε βλέπω κανέναν και «ανάβω το κερί μου» μόνο για τον εαυτό μου ή για κείνους με τους οποίους είμαι δεμένος συναισθηματικά (τα «αγαπημένα μου πρόσωπα», σύζυγο, παιδιά φίλους, ευεργέτες –στην ουσία προεκτάσεις του εαυτού μου), ή πάω στο ναό για κοινωνικούς λόγους, για να δω κόσμο και να με δουν, να επιδείξω τον πλούτο μου ή την ομορφιά μου ή να διασκεδάσω βλέποντας με μισό μάτι τους άλλους. Αυτές είναι οι παρενέργειες του εκκλησιασμού, που οφείλονται στην ανεπάρκεια και την ανωριμότητα των χριστιανών, ιερέων και λαϊκών, και καλό είναι να μη γίνονται δικαιολογία για να μην πηγαίνουμε στην εκκλησία. Και πάλι, είναι δικαίωμά μας να μην πάμε ποτέ, αλλά είναι σπουδαιότερο δικαίωμά μας να πάμε και να ενωθούμε με το Θεό και τους αδελφούς μας σ’ εκείνο το ευλογημένο περιβάλλον.
Ας έχουμε υπόψιν ότι σε όλο τον κόσμο, κάθε Κυριακή και εορτή, τελείται μόνο μία λειτουργία, απλωμένη σε όλους τους ορθόδοξους ναούς της Γης. Η λειτουργία αυτή ενώνεται με την ουράνια λειτουργία, που τελείται μυστικά στον ουρανό, από τους αγγέλους και τους αγίους. Κατά την έναρξη της λειτουργίας, τελείται η «αγία προσκομιδή», όπου ο ιερέας σχηματίζει με μερίδες από το πρόσφορο (το ψωμί της θείας Μεταλήψεως) το σύμβολο της παγκόσμιας Εκκλησίας πάνω στο δισκάριο, από το οποίο κατόπιν θα μπει στο άγιο ποτήριο και, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, θα γίνουν όλοι αυτοί –άγγελοι, άγιοι, η Παναγία, ο Χριστός, οι ζωντανοί και οι νεκροί– το Σώμα του Χριστού, το Οποίο θα κοινωνήσουμε, όταν κοινωνήσουμε, ενώνοντας τον εαυτό μας μ’ εκείνους.
3. Η νηστεία.
Ο αθλητής, όταν προετοιμάζεται για τους αγώνες, πρέπει να προσέχει τη διατροφή του. Συχνά πρέπει να στερείται πολλά και μάλιστα πράγματα που του αρέσουν. Και ο χριστιανός, που είναι κι αυτός αθλητής, προσέχει επίσης τη διατροφή του. Συχνά στερείται πολλά και μάλιστα πράγματα που του αρέσουν. Αυτό δε σημαίνει ότι είναι «κακό» να τρως ή ότι «το φαγητό είναι αμαρτία», ούτε ότι ο Θεός «μας τιμωρεί» επειδή απολαμβάνουμε κάτι νόστιμο. Η απόλαυση δε είναι αμαρτία. Αυτό δε θα έλεγε και η Κίρκη στον Οδυσσέα;
Εδώ και λίγα χρόνια, τουλάχιστον στην Ελλάδα, νομίζω πως παρατηρείται μια επιστροφή αρκετών ανθρώπων στη συνήθεια της νηστείας. Αυτό το συμπεραίνω από την προσφορά νηστίσιμων εδεσμάτων ή και γευμάτων στα καταστήματα έτοιμου φαγητού. Η νηστεία, κατά τη γνώμη μου, είναι καλή για τον άνθρωπο, ακόμη κι αν δεν ξέρει το βαθύτερο νόημά της. Αυτό το βαθύτερο νόημα θα προσπαθήσουμε να δώσουμε με συντομία εδώ.
Κατ’ αρχάς, η ορθόδοξη νηστεία δεν είναι θέμα μόνο είδους αλλά και ποσότητας φαγητού. Όταν δηλαδή τρώγω μέχρι σκασμού φαγητό που θεωρείται νηστίσιμο (πράγμα που κάνω κατά κανόνα), δε νηστεύω. Επίσης, αν νηστεύω το φαγητό, αλλά συγχρόνως αμαρτάνω με την καρδιά, τις πράξεις ή τις αισθήσεις μου, δε νηστεύω. Τέλος, αν ακολουθώ νηστίσιμο διαιτολόγιο για λόγους αποτοξίνωσης και σωματικής υγείας, ενώ δεν αισθάνομαι ορθόδοξος χριστιανός αλλά πιστεύω «όλες τις θρησκείες» ή καμία, είμαι μάλλον σε λάθος δρόμο – παρόλο που ο Θεός κάθε λάθος δρόμο μπορεί να βρει τρόπο να τον κάνει σωστό δρόμο. Άνθρωποι απ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να σωθούν, ωστόσο αυτό που κάνουν δεν είναι ορθόδοξη νηστεία.
Το νόημα της νηστείας θα μπορούσαμε ίσως να το συνοψίσουμε στα εξής:
α) αποσύρεις τις αισθήσεις σου από τις γήινες απολαύσεις, για να τις στρέψεις προς την απόλαυση της επαφής με το Θεό˙ δε νηστεύεις για να στερηθείς, αλλά για να απολαύσεις, σε ένα άλλο, ανώτερο επίπεδο απόλαυσης˙ γι’ αυτό τις περιόδους νηστείας αυξάνονται οι εκκλησιαστικές ακολουθίες και πυκνώνει η συμμετοχή στη θεία Μετάληψη˙ εμείς βέβαια τις ακολουθίες τις νιώθουμε σαν αγγαρείες, επειδή είμαστε πνευματικά αναλφάβητοι, όσο προχωρεί όμως κάποιος στην πνευματική ζωή τόσο αισθάνεται «ανέκφραστη ηδονή» από την παρουσία του στην εκκλησία˙
β) αρνείσαι κάποιες απολαύσεις, για να πάψουν να σου είναι αναγκαίες, για να μάθεις να επιβιώνεις χωρίς αυτές˙ με δυο λόγια, ασκείσαι στη στέρηση, για να μάθεις να απορρίπτεις και «αμαρτωλές» απολαύσεις (π.χ. την ξένη γυναίκα) ή και αμαρτωλή ικανοποίηση αναγκών (π.χ. τα ξένα χρήματα, ακόμα κι αν τα έχεις ανάγκη), αλλά και για να μπορείς να θυσιάσεις την άνετη ζωή σου, αν σου ζητηθεί να προδώσεις τον αδελφό σου ή ν’ αρνηθείς το Χριστό και τη διδασκαλία Του˙
γ) νηστεύεις για να μάθεις να είσαι ταπεινός, όχι για να υποτάσσεσαι εύκολα αλλά, αντίθετα, για να είσαι ελεύθερος από το παραπλανητικό διογκωμένο Εγώ σου˙ έτσι, ενώ έχεις το δικαίωμα να φας ό,τι θες, αποποιείσαι αυτό το δικαίωμα και τρως αυτό που σου λένε κάποιοι άλλοι, οι παπάδες, η Εκκλησία, τα βιβλία των αγίων (αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο πολλοί δεν νηστεύουν – οι παπάδες θα Μου πούνε Εμένα τι θα φάω;)˙ γι’ αυτό, δε νηστεύουμε όταν, όπως και όσο θέλουμε, αλλά όταν, όπως και όσο ορίζει η Εκκλησία και, για να τροποποιήσουμε τη νηστεία, χρειαζόμαστε ευλογία απ’ τον πνευματικό μας. Αν π.χ. νηστεύω διπλές σαρακοστές, μπορεί να θεωρήσω πως είμαι άγιος κι αυτό να κλείσει εντελώς την καρδιά μου απέναντι στο Θεό και σε σένα, αδελφέ μου. Τότε η νηστεία μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος της σωτηρίας, αυξάνοντας τον εγωισμό μας.
Σημειωτέον, ότι η νηστεία προβλέπεται στην Αγία Γραφή: ο Χριστός νήστεψε σαράντα μέρες μετά τη βάφτισή Του στον Ιορδάνη (Ματθ.4, 1), και, παρόλο που τόνισε πως ο άνθρωπος μολύνεται απ’ αυτό που βγαίνει απ’ το στόμα κι όχι απ’ αυτό που μπαίνει (Ματθ. 15, 10-20), είπε για το διάβολο: «αυτό το γένος δε φεύγει, παρά μόνο με προσευχή και νηστεία» (Ματθ. 17, 21).
4. Η εξομολόγηση.
Ένα από τα μεγαλύτερα αγκάθια στον εγωισμό μας, που μας σκανδαλίζει αφάνταστα, είναι ότι η Εκκλησία μας ζητάει να βρούμε έναν άνθρωπο αμαρτωλό σαν εμάς και να του αποκαλύψουμε τις αμαρτωλές πράξεις και σκέψεις μας. Φυσικά ήδη καταλάβατε το σκοπό αυτής της πράξης, που είναι το να γίνουμε ταπεινοί. Η «εξομολόγηση στην εικόνα» ή «απευθείας στο Θεό» ή «στην Παναγία» δεν μας ταπεινώνει, εκτός αν είμαστε ήδη ταπεινοί. Μπορεί να μας βοηθήσει, κάτω από ειδικές συνθήκες (π.χ. αν δεν υπάρχει ιερέας), όμως δεν υποκαθιστά την πραγματική εξομολόγηση.
Εκτός όμως από την καλλιέργεια της ταπείνωσης (που είναι τόσο οδυνηρή στα πρώτα στάδια, ώστε να καθυστερούμε για χρόνια το μεγάλο βήμα, ακριβώς όπως δυσκολευόμαστε να πάμε στον οδοντίατρο ή να δώσουμε αίμα), υπάρχουν και οι εξής σοβαροί λόγοι, που κάνουν την εξομολόγηση απαραίτητη:
α) Ο ιερέας διαβάζει στον εξομολογούμενο τη «συγχωρητική ευχή», με την οποία οι εξομολογημένες αμαρτίες του συγχωρούνται και δε θα τον βαραίνουν κατά την ώρα του θανάτου και κατά την ημέρα της κρίσεως. Οι απόστολοι είχαν λάβει από το Χριστό την εξουσία να συγχωρούν αμαρτίες, εξουσία που ανήκει μόνο στο Θεό («όσα εάν δήσητε επί της γης, έσται δεδεμένα εν τω ουρανώ, και όσα εάν λύσητε επί της γης, έσται λελυμένα εν τω ουρανώ», Ματθ. 18, 18)˙ εκείνοι κληροδότησαν αυτή τη χάρη στους μαθητές τους (τους πρώτους επισκόπους [*]), κι έτσι, από ιερέα σε ιερέα, έφτασε ώς τις μέρες μας. Έτσι ο ιερέας γίνεται χοάνη που δέχεται μέσα της κάθε αμαρτία και την αδειάζει στο κενό. Αυτό δεν μπορεί να το κάνει ο λαϊκός (ο μη ιερέας), παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (αν είναι άγιος και αν δεν υπάρχει ιερέας κοντά, επειδή π.χ. βρισκόμαστε σε διωγμό και το καθεστώς έχει κατασφάξει τους ιερείς, ή δεν προλαβαίνει να πάει σε ιερέα εκείνος που επιθυμεί να εξομολογηθεί, επειδή π.χ. είναι ετοιμοθάνατος, τότε θα μπορούσε να του δώσει άφεση αμαρτιών και λαϊκός).
β) Η εξομολόγηση δεν είναι μια «ανάκριση θρησκευτικού τύπου», αλλά μια βαθιά και διαρκής σχέση πνευματικής πατρότητας, στην οποία ο «πνευματικός» ή «γέροντας» (δηλαδή ο πνευματικός δάσκαλος) καλείται να στηρίξει τον άνθρωπο που τον πλησιάζει και θέτει τον εαυτό του στα χέρια του ως παιδί προς το γονιό, να τον βοηθήσει να ξεπεράσει τα πάθη του (δηλαδή να νικήσει την αμαρτία εντός του) και όσο το δυνατόν πιο καθαρός να πλησιάσει το Θεό.
Αυτή η πνευματική πατρότητα δεν είναι επίσημος «θεσμός» και μπορεί να την ασκήσει και λαϊκός, άντρας ή γυναίκα, με την προϋπόθεση ότι διαθέτει σοφία Θεού: ή είναι άγιος –αυτό θα ήταν το ιδανικότερο– ή έχει την ταπείνωση και τη σύνεση να μελετά του βίους και τα έργα των αγίων και να διδάσκει από τα υποδείγματά τους και όχι μόνο λέγοντας την ανθρώπινη γνώμη του. Τότε αυτός ο γέροντας ή η γερόντισσα μπορεί να διδάσκει ανθρώπους, και να τους στέλνει σε ιερέα για την (ας την πούμε έτσι) «συγχωρητική εξομολόγηση», αυτήν που περιλαμβάνει την ευχή της άφεσης των αμαρτιών. Τέτοιοι λαϊκοί γέροντες συνήθως κατοικούν στα μοναστήρια ή τις ερήμους (είναι δηλαδή απλοί μοναχοί, χωρίς χειροτονία ιερέα, που δε μπορούν να λειτουργήσουν, ή μοναχές), αλλά μπορεί να ζουν και δίπλα μας, να είναι μορφωμένοι ή αμόρφωτοι, πλούσιοι ή φτωχοί, πιθανόν παραμελημένοι γέροι ή φαινομενικά αλλοπρόσαλλοι, αλλά οπωσδήποτε ευσεβείς, ταπεινοί και γεμάτοι αγάπη για το συνάνθρωπό τους. Επίσης μπορεί να είναι στην ηλικία νέοι ή και παιδιά («παιδιογέροντες»), αν και συνήθως έχουν κάποια ηλικία, αφού η πρόοδος στην πίστη, την αγάπη και τη σοφία μπορεί να προϋποθέτει χρόνια.
Η γιαγιά Λαμπρινή από την Άρτα, μια αυθεντική "αγία της διπλανής πόρτας". Παντρεμένη και μάνα, & συνάμα πνευματική μητέρα δεκάδων ανθρώπων (από εδώ).
Η πνευματική πατρότητα είναι η ανώτερη εκδοχή του μυστηρίου της εξομολόγησης, την οποία χρειάζεται απαραίτητα κάθε άνθρωπος, όπως χρειάζεται τον προσωπικό και τον οικογενειακό του γιατρό. Αυτή η σχέση, όταν λειτουργεί σωστά, απελευθερώνει, δυναμώνει, εξισορροπεί, ειρηνεύει, προλαμβάνει συμφορές, και τελικά θεραπεύει. Αυτή η σχέση, μια ιδιαίτερα εξελιγμένη θεραπευτική επιστήμη του ορθόδοξου χώρου, είναι που αντικαταστάθηκε με την ψυχοθεραπεία δυτικού τύπου στις σύγχρονες κοινωνίες [σημ. "ΝΕΚΡΟΥ": & όχι το αντίθετο, όπως νομίζουν κάποιοι], παρόλο που οι επιδιώξεις τους δεν είναι κοινές˙ ο ψυχίατρος ή ο ψυχολόγος αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ψυχικής υγείας, ενώ ο πνευματικός στη θεραπεία από την αμαρτία, δηλαδή στην αιώνια σωτηρία.
Εννοείται ότι ψάχνεις για τον κατάλληλο πνευματικό, όπως ψάχνεις για τον κατάλληλο γιατρό, μπορεί να διανύσεις χιλιόμετρα για να τον βρεις, δοκιμάζεις, πιθανώς απορρίπτεις, προσεύχεσαι και προσέχεις. Αρκεί να μην εξαπατάς τον εαυτό σου, λέγοντας στη συνείδησή σου πως είναι ανάξιος για πνευματικός σου κάποιος που σου λέει την αλήθεια χωρίς να σε κολακεύει. Και φυσικά είναι δικαίωμά σου να μην αναζητήσεις ποτέ πνευματικό και να μην προσέλθεις ποτέ για εξομολόγηση (ιδίως αν «δεν αισθάνεσαι αμαρτωλός»), όπως και να μην πας ποτέ σε γιατρό και να μην κάνεις εξετάσεις, ιδίως αν «δεν αισθάνεσαι άρρωστος». Μπορείς να κάνεις ο ίδιος διάγνωση στον εαυτό σου διαβάζοντας βιβλία, περιφρονώντας τη ζεστή πραγματική επικοινωνία μ’ έναν άλλο άνθρωπο και χωρίς ν’ ανοίγεσαι σε μια «δεύτερη γνώμη».
Μπορεί έτσι να μην αρρωστήσεις ποτέ και να ζήσεις μέχρι βαθύ γήρας˙ το πιθανότερο όμως είναι ότι θα υποφέρεις και θα πεθάνεις πρόωρα. Στην περίπτωση του πνευματικού, μπορεί να πλησιάσεις «μόνος σου» το Θεό και να σωθείς˙ το πιθανότερο όμως είναι πως θα περιπλανηθείς σε άγνωστα μονοπάτια και μάλιστα ίσως –το χειρότερο– να νομίζεις ότι Τον βρήκες ή και ότι Εσύ είσαι ο κατάλληλος πνευματικός άλλων ή ακόμη και ότι, με κάποιο παράξενο τρόπο, είσαι ο Θεός ή ένας θεός. Κανείς δε μπορεί να είναι βέβαιος, όταν είναι μόνος˙ χρειάζεται τη συμβουλή έμπειρων, που δεν τον κολακεύουν. Και, για να τη ζητήσει, κάνει το πρώτο βήμα προς την ταπείνωση.
5. Η θεία Μετάληψη.
Παρακαλώ το Θεό να οδηγήσει τα χέρια μου, για να μπορέσω, αν και ανάξιος, να γράψω αυτό που Εκείνος θέλει για το μέγα μυστήριο, το «φάρμακο της αθανασίας και αντίδοτο κατά του θανάτου» (όπως το ονομάζει ο μαθητής των αποστόλων άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος το 110 μ.Χ.). Η θεία Μετάληψη ή θεία Κοινωνία (=επικοινωνία) ή θεία Ευχαριστία είναι το κέντρο της Εκκλησίας. Χωρίς αυτήν δεν υπάρχει χριστιανισμός. Η επίγεια Εκκλησία είναι οι χριστιανοί ενωμένοι γύρω από το κοινό Ποτήρι της θείας Μετάληψης.
Βλέποντας παραμορφωμένα την εκκλησιαστική ζωή, αντιμετωπίζουμε τη θεία Μετάληψη ως ένα προσωπικό μας γεγονός («πάω να μεταλάβω», χωρίς να νιώθω δεσμό με τους άλλους που μεταλαβαίνουν συγχρόνως) και μάλιστα ως εξαίρεση στην καθημερινότητά μας, ενώ στην πραγματικότητα σε κάθε λειτουργία θα έπρεπε να μεταλαβαίνουμε όλοι όσοι είμαστε στο ναό, εκτός φυσικά αν ο πνευματικός μας μάς έχει ζητήσει να απέχουμε για κάποιο συγκεκριμένο λόγο. Αυτό θα σήμαινε ότι κάθε μέρα θα προσέχουμε να μην  αμαρτάνουμε (να μην προσκολλόμαστε σε αγάπες που μας αποκόπτουν από το Θεό και τον αδελφό μας), όχι όμως κι ότι θα νηστεύουμε κάθε μέρα. Αν κοινωνούσαμε ταχτικά, θα αρκούσε να νηστεύουμε όταν είναι μέρες νηστείας, δηλαδή τις σαρακοστές, τις Τετάρτες και τις Παρασκευές (με εξαιρέσεις) και τις άλλες νηστίσιμες εορτές, όπως η ημέρα του Τιμίου Σταυρού, 14 Σεπτεμβρίου, ή η επέτειος της αποτομής της κεφαλής του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, 29 Αυγούστου (μήπως μιλάω σαν τη γιαγιά σας; μα η απλή σοφία της γιαγιάς έχει κάτι να δώσει στο μοντέρνο και παγκόσμια δικτυωμένο σύγχρονο κοσμοπολίτη –και πιθανόν πρώην χριστιανό– καταναλωτή).
Η θεία λειτουργία γίνεται αποκλειστικά και μόνο για να κοινωνήσουν οι παρευρισκόμενοι και λειτουργία ονομάζεται μόνο εκείνη η εκκλησιαστική τελετή, στην οποία τελείται η θεία Μετάληψη. Δεν είναι λειτουργία ο εσπερινός, ο γάμος, η βάφτιση, η κηδεία, το ευχέλαιο, οι Χαιρετισμοί κ.τ.λ. Όλα αυτά λέγονται «ακολουθίες». Λειτουργία λέγεται μία ακολουθία, αυτή που γίνεται κάθε Κυριακή και γιορτή και περιλαμβάνει τη θεία Μετάληψη. Υπάρχει και η θεία λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων, που γίνεται τις καθημερινές της μεγάλης Σαρακοστής (πριν το Πάσχα), με θεία Μετάληψη που έχει καθαγιαστεί την προηγούμενη Κυριακή.
Αυτό που τρώμε, όταν μεταλαβαίνουμε, είναι το  αληθινό Σώμα και το αληθινό Αίμα του Χριστού, και όχι απλό ψωμί και κρασί που «συμβολίζουν» μόνο το Σώμα και το Αίμα Του. Ο Ίδιος το λέει στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο, 6, 48-59: «Εγώ είμαι ο άρτος της ζωής Ο άρτος που θα δώσω εγώ είναι η σάρκα μου, την οποία θα δώσω υπέρ της ζωής του κόσμου. Αλήθεια σας λέω, αν δε φάτε τη σάρκα και δεν πιείτε το αίμα του Υιού του ανθρώπου, δεν έχετε ζωή μέσα σας. Όποιος τρώει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου έχει ζωή αιώνια και εγώ θα τον αναστήσω την έσχατη ημέρα. Γιατί η σάρκα μου είναι στ’ αλήθεια τροφή και το αίμα μου στ’ αλήθεια ποτό. Όποιος τρώει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου μένει μέσα μου κι εγώ μέσα του…».
Φυσικά ο Ίδιος ο Ιησούς παρέδωσε τη θεία Μετάληψη στους ανθρώπους κατά το μυστικό δείπνο (που λέγεται «μυστικός», επειδή περιελάμβανε το «μυστήριο» της θείας Μετάληψης κι όχι επειδή… ήταν κρυμμένοι), όπως φαίνεται στα Ματθ. 26, 26-29, Μάρκ. 14, 22-24, Λουκ. 22, 17-20, και Α΄ προς Κορινθίους 11, 23-30.
Στην πρώτη Εκκλησία η θεία Μετάληψη λεγόταν «κλάσις του άρτου» (κόψιμο του ψωμιού) και γινόταν τουλάχιστον κάθε Κυριακή, δηλαδή τη «Μία των σαββάτων», ημέρα της ανάστασης του Χριστού (βλ.  Πράξεις των αποστόλων, 20, 7).
Γιατί όμως μεταλαβαίνουμε;
Πώς η θεία Μετάληψη μας βοηθάει να πλησιάσουμε το Θεό; Ας προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε την απάντηση.
Ο άνθρωπος ενώνεται περισσότερο μ’ αυτό που τρώει παρά με οτιδήποτε άλλο. Τρώγοντας λοιπόν το Σώμα και πίνοντας το Αίμα του Χριστού, ενώνεται με Αυτόν. Γίνεται έτσι «μικρός Χριστός». Δε γίνεται βέβαια άγιος αυτόματα και μαγικά. Όμως η ένωση αυτή με το Θεό (δηλαδή με το Χριστό) ενισχύει τον άνθρωπο, για να μπορεί να αντέξει  το μεγάλο μαρτύριο της αγάπης.Χωρίς τη θεία Μετάληψη, Κύριε, δε μπορώ να εκπληρώσω την εντολή Σου «αγαπάτε αλλήλους» και μάλιστα «αγαπάτε τους εχθρούς σας». Τους εχθρούς μου θέλω να τους μισώ. Άλλωστε, αν αγαπώ χωρίς όρια, οι περισσότεροι θα με εκμεταλλευτούν, θα με προδώσουν, θα με συντρίψουν! Και, γεμάτος πόνο, ή θα εξοντωθώ ή θα βάλω φρένο στην αγάπη μου και θα πάψω να προσπαθώ να τηρώ την εντολή Σου. Θ’ αγαπώ μόνο αυτούς που μ’ αγαπούν και τους άλλους απλά θα τους «συμπαθώ» μέσα σε περιορισμένα όρια. Έχω όμως το Σώμα και το Αίμα Σου, που με θωρακίζει και με κάνει ν’ αντέχω και να συνεχίζω μαζί Σου. Αν θέλω. Αν είμαι πωρωμένος και δε θέλω ν’ αγαπήσω, και κάθε μέρα να μεταλαβαίνω, θα είμαι (μη γένοιτο) μακριά Σου…
Αν και οι προεκτάσεις της θείας Μετάληψης είναι πάρα πολλές, ας αναφέρουμε μερικές όσο το δυνατόν απλούστερα.
Καθώς ο άνθρωπος μεταλαβαίνει, συμβαίνει μια πολλαπλή ένωσή του με όλο το υπόλοιπο σύμπαν. Στη θεία Μετάληψη θεωρούμε ότι συνοψίζεται και μεταμορφώνεται όλη η κτίση. Αποτελεί σύνοψη, πρώτον, ολόκληρου του υλικού κόσμου, που εκπροσωπείται μέσω των δύο βασικών τροφών –που εκφράζουν τη σχέση αυτού του κόσμου με τον άνθρωπο, γιατί αυτή η σχέση είναι η τροφή (ο άνθρωπος ζει επειδή τρώει, δηλαδή βάζει μέσα του τον κόσμο και ενώνεται μ’ αυτόν). Δεύτερον, όλης της ανθρωπότητας, με την υπερφυσική παρουσία του Χριστού, που δεν είναι απλώς άνθρωπος, αλλά πρωτόπλαστος, νέος Αδάμ, γι’ αυτό στο πρόσωπό Του περιλαμβάνονται δυνάμει όλοι οι άνθρωποι, από την αρχή μέχρι το τέλος της ιστορίας. Τρίτον, όλης της Θεότητας, γιατί ο Χριστός, ως Θεός, είναι πάντα ενωμένος με τα άλλα δύο Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Τέταρτον, της σταύρωσης και της ανάστασης του Χριστού, γιατί το Σώμα Του κόπηκε και το Αίμα Του χύθηκε, καταργώντας τις θυσίες των παλιών θρησκειών και εγκαινιάζοντας το μόνο αληθινό τρόπο λατρείας, τη μόνη θυσία: την αυτοθυσία.
Έτσι, θεωρούμε ότι ο χριστιανός που μεταλαβαίνει επιτελεί την ύψιστη ένωση με όλη την ανθρωπότητα, με όλη τη δημιουργία και με το Θεό, αλλά και συμμετέχει με μυστικό τρόπο στη σταύρωση και την ανάσταση του Χριστού. Και φυσικά ενώνεται ιδιαίτερα με εκείνους που κοινωνούν την ίδια μέρα, γιατί όλοι κοινωνούμε από το «κοινό Ποτήριο». Επιπλέον, δείχνει ότι αποδέχεται τον υλικό κόσμο ως δημιούργημα του Θεού κι επομένως καλό. Όλες οι θρησκευτικές παραδόσεις μιλούν για σωτηρία, αλλά την περιορίζουν στο πνεύμα του ανθρώπου˙ εδώ η σωτηρία δεν επεκτείνεται μόνο στο σώμα του ανθρώπου, αλλά και σε ολόκληρο τον υλικό κόσμο, που μέσω του ανθρώπου καθαγιάζεται (γι’ αυτό και, καθώς ο άνθρωπος προοδεύει στη σχέση του με το Θεό, βιώνει όλο και πιο έντονα τις επισκέψεις της άκτιστης χάριτός Του κάθε φορά που μεταλαβαίνει).
Τέλος, επειδή η πρωταρχική απομάκρυνση του ανθρώπου απ’ το Θεό συμβολίζεται με τη βρώση του απαγορευμένου καρπού (από τον Αδάμ και την Εύα), η προσέγγισή μας με το Θεό γίνεται με μιαν άλλη βρώση –τροφή αντί τροφής.
Υπόψιν ότι κατά την αγία προσκομιδή, την ουσιαστική έναρξη της θείας λειτουργίας, ο ιερέας βγάζει από το πρόσφορο μερίδες για το Χριστό (τον «Αμνό» = αρνάκι), την Παναγία, τους αγγέλους, τους αγίους και κάθε ζωντανό και νεκρό, τα ονόματα των οποίων του έχουμε πάει (σε χαρτάκια) να μνημονεύσει. Όλα αυτά τοποθετούνται σ’ ένα μικρό δίσκο (το «δισκάριο») και στη συνέχεια μπαίνουν στο άγιο Ποτήριο και γίνονται η θεία Μετάληψη. Όταν λοιπόν έρθει η ώρα να μεταλάβεις, μέσα στο Ποτήρι –το κοινό Ποτήρι, το Ποτήρι της αγάπης που μας ενώνει– βρίσκεται σε μικρογραφία το πλήρες σύμπαν.
Το σύμπαν σχηματισμένο με μερίδες ψωμιού πάνω στο δισκάκι της θείας Μετάληψης (από ένα -κατ' εμέ- πολύ σημαντικό  άρθρο).
Ας σημειώσουμε τέλος ότι το πρόσφορο, το ψωμί της θείας Μετάληψης, είναι ένα, γιατί συμβολίζει την ενότητά μας, και στρογγυλό, γιατί συμβολίζει τον κόσμο. Όσο απομένει και δε γίνεται Σώμα Χριστού, καθώς και τα επιπλέον πρόσφορα, κόβεται και μοιράζεται σ’ εκείνους που δεν κοινωνούν «αντί Δώρου». Είναι το «αντίδωρο». Βέβαια εμείς παίρνουμε αντίδωρο ακόμη κι όταν κοινωνούμε, όμως ο αρχικός προορισμός του αντίδωρου ήταν για εκείνους που δεν κοινωνούσαν.
ΠΗΓΗ 

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012

Ας μάθουμε να εκτιμούμε τον άνθρωπο περισσότερο από τα πλούτη

Ιδού έρχεται ή ημέρα τον Κυρίου γεμάτη θυμό και οργή και ή δικαία αύτη οργή του θα καταστήσει έρημη την οικουμένη και θα καταστρέψει τούς αμαρτωλούς. Όσοι δε απομείνουν από αυτή τη καταστροφή, θα είναι λιγότεροι και σπανιότεροι απ’ ότι είναι το έξορυσσόμενο και σκεπασμένο από χώματα χρυσάφι. (Ησαΐας 13, 9-12).
Πολλοί άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν πώς υπάρχει άνεμος, μέχρι ότου φυσήξει ό άνεμος. Άλλοι δεν σκέφτονται πώς υπάρχει φως, μέχρι να νυχτώσει. Έτσι και πολλοί χριστιανοί δεν πίστευαν πώς υπάρχει Θεός, μέχρι πού φύσηξε ό δυνατός άνεμος του πολέμου.
Μήτε πού σκέφτηκαν το Θεό, όσο τούς έλουζε το φως της ειρήνης και ή ζωή τούς χαμογελούσε. Αλλά, σαν ξέσπασε ή λαίλαπα του πολέμου, και το σκοτάδι του κακού σκέπασε τον κόσμο, τότε θυμήθηκαν το Θεό. Τότε, δεν μπορούσαν να σκεφτούν τίποτε άλλο παρά μόνο το Θεό.
Ή ήμερα του Κυρίου! Στην Αγία Γραφή ήμερα του Κυρίου ονομάζεται ή ήμερα εκείνη, πού για τούς ανθρώπους είναι νύχτα φρικτή, γεμάτη αίμα, καπνό, φόβο, τρόμο, πυρετό, κραυγές και φωτιά. Αυτή ή ήμερα λέγεται στο ιερό βιβλίο του Θεού ήμερα του Κυρίου. Αναρωτιέστε πώς συμβαίνει αυτό και γιατί έρχεται αυτή ή ήμερα;
Μέσα στις άγριες συνθήκες του αφόρητου πόνου και της φωτιάς οι καλοζωισμένοι άνθρωποι οδηγούνται στην πλήρη επίγνωση, πώς ό Θεός είναι «τα πάντα» και ό άνθρωπος ένα «τίποτε». Οι περήφανοι άνθρωποι γνωρίζουν την ντροπή, οι αλαζόνες σκύβουν το κεφάλι τους κάτω στη γη, οι πλούσιοι περπατούνε με τσέπες άδειες, οι άρχοντες αναζητούν ακόμη και κάποιον δούλο για συντροφιά, οι αξιωματικοί του στρατού χάνουν τα παράσημα τους, οι αμέριμνοι ιερείς κλαίνε μπροστά στους κατεστραμμένους ναούς, και οι άπληστες για χρήματα γυναίκες ετοιμάζουν για γεύμα το πιο λιτό φαγητό.
Όλοι τους αναλογίζονται τη μεγαλοσύνη του Δημιουργού και τη μηδαμινότητα του ανθρώπου.
Κατανοείτε, λοιπόν, για ποιό λόγο αυτή ή τρομακτική νύχτα ονομάζεται ήμερα του Κυρίου.
Ονομάζεται ήμερα του Κυρίου, επειδή φανερώνεται ό Θεός. Όσο καιρό ξημερώνει ή απλή καθημερινή ήμερα, ό άνθρωπος δε μνημονεύει το Θεό. Αντίθετα, τα πάντα βάζει πάνω από το Θεό, ακόμη και τον εαυτό του. Όσο ξημερώνει ή απλή καθημερινή ήμερα γελάει περιπαικτικά με όσους εκκλησιάζονται και χλευάζει αυτούς πού τον καλούν στην εκκλησία για να προσευχηθεί.
Όταν όμως φτάνει ή ήμερα του Κυρίου, όλοι επιστρέφουν στο Θεό, αναγνωρίζουν την εξουσία Του, ρωτάνε για το πού βρίσκεται ή εκκλησία, δείχνουν σεβασμό στους ιερείς, αναζητούν θεολογικά βιβλία να διαβάσουν, αναστενάζουν, αισχύνονται για το παρελθόν τους, μετανιώνουν για τις αμαρτίες τους. Την ήμερα του Κυρίου οι άνθρωποι προσφέρουν βοήθεια στους φτωχούς, επισκέπτονται τούς ασθενείς, νηστεύουν και κοινωνούν. Αρχίζουν να σκέφτονται το θάνατο πού πλησιάζει και αναλογίζονται την άλλη ζωή, εκεί πού ή ήμερα του Κυρίου είναι διαφορετική.
Εκεί στην άλλη ζωή, ή ήμερα του Κυρίου είναι ευλογημένη, φωτεινή και αιώνια.
Την ήμερα του Κυρίου στην άλλη ζωή, ό άνθρωπος θα είναι πιο σπάνιος και πιο ακριβός και από το πιο ατόφιο και πιο ακριβό χρυσάφι.
Αδελφοί μου, αναρωτιέστε για ποιό λόγο επιτρέπει ό Θεός να έρχονται τόσες δυσκολίες στον κόσμο; Ό Θεός επιτρέπει τόσες δυσκολίες, για να αποκτήσει ό άνθρωπος πάλι την αξία του, για να αξίζει ό άνθρωπος περισσότερο και από το πιο καθαρό και πιο ακριβό χρυσάφι.
Αδελφοί μου, γνωρίζετε, για ποιό λόγο επέτρεψε ό Ουράνιος Θεός, για δεύτερη φορά, να ξεσπάσει αυτός ό παγκόσμιος πόλεμος, ή φρίκη του οποίου μπορεί να συγκριθεί με την κόλαση; Επειδή ή αξία του ανθρώπου ήταν μικρότερη από την άξια του χρυσού. Και αυτό είναι κάτι πού είναι αντίθετο με το σχέδιο του Θεού για τον άνθρωπο. Και ότι δεν είναι σύμφωνο με την πρόνοια του Θεού, πρέπει να ραγίσει, να γκρεμιστεί, να πεθάνει, να χαθεί.
Στη χώρα μας το χρυσάφι απέκτησε μεγαλύτερη αξία από τον άνθρωπο. Γι’ αυτό το λόγο και ή χώρα μας χτυπήθηκε από το φρικτό μαστίγιο του πολέμου. Για να μάθουμε να σεβόμαστε το Θεό πάνω από τον άνθρωπο και τον άνθρωπο περισσότερο από το χρυσάφι.
Όταν υπήρχε το κράτος της Σερβίας, οι σημαντικοί άνθρωποι κατοικούσαν σε μικρά σπίτια. Αλλά όταν το κράτος της Σερβίας διαλύθηκε και ιδρύθηκε το κράτος της Γιουγκοσλαβίας, οι μικροί και ασήμαντοι άνθρωποι πήγαν να ζήσουν σε μεγάλα παλάτια. Ολόκληρος ό στρατός του Καραγεώργη της Σερβίας, πού ξεκίνησε την επανάσταση εναντίον των Τούρκων, μπορούσε να χωρέσει στο παλάτι ενός πλούσιου. Ό λαός βλέποντας την κατάσταση αυτή γκρίνιαζε αλλά σιγά σιγά και ό ίδιος, έχοντας αυτό το παράδειγμα, έπραττε το ίδιο πού έπρατταν οι πλούσιοι, οι όποιοι εκτός πού ήταν φιλάργυροι, ήταν και μισάνθρωποι. Εξαιτίας των χρημάτων σκοτώθηκαν άνθρωποι, κάηκαν σπίτια, τελέστηκαν γάμοι γρήγορα χωρίς αγάπη λόγω συμφέροντος, διαλύθηκαν γάμοι και οικογένειες, δημιουργήθηκαν πολλά κόμματα, μάλωσαν αδέλφια, διαπομπεύτηκε το σερβικό όνομα, καταδιώχτηκε ή πίστη στο Θεό, προδόθηκαν τα ιερά, πουλήθηκε ή πατρίδα.
Να για ποιους λόγους λοιπόν, έπρεπε να έρθει ή φοβερή «ημέρα του Κυρίου», αδελφοί μου, και σε μας. Τώρα πού ήρθε ή ήμερα του Κυρίου, ας είμαστε ευλογημένοι και ας μάθουμε να εκτιμάμε τον άνθρωπο περισσότερο από το χρυσό και από τα πλούτη, περισσότερο από το φεγγάρι και τα αστέρια, περισσότερο από το σύμπαν, πού ό Δημιουργός παρέδωσε στον άνθρωπο. Αν το μαθαίναμε αυτό πριν, τότε δεν θα παθαίναμε τίποτε. Θα ήμασταν δυνατοί, θα ζούσαμε ειρηνικά, γαλήνια, με αγάπη, με σεβασμό στον συνάνθρωπο μας, δοξάζοντας τον Τριαδικό Θεό. Αυτού ή δόξα εις τούς αιώνας των αιώνων. Αμήν.
ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ
ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΤΗΣ ΦΥΛΑΚΗΣ.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ.
ΠΗΓΗ